Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Στοιχεία αφηγηματολογίας


Σε κάθε λογοτεχνικό έργο η αφηγηματολογία προσπαθεί να απαντήσει σε τρεις 
ερωτήσεις: ποιος αφηγείται, τι αφηγείται και πώς. Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα οδηγούν 
στην ανεύρεση των αφηγηματικών τεχνικών του κειμένου.
Α. Ποιος αφηγείται
Κάθε κείμενο το έχει γράψει κάποιος συγγραφέας. Στο κείμενο κάποιος αφηγείται, εκθέτει μια 
υπόθεση, δηλαδή ο αφηγητής. Στη σύγχρονη αφηγηματολογία έχει γίνει σαφές ότι συγγραφέας 
και αφηγητής είναι διαφορετικό πρόσωπο (με εξαίρεση την αυτοβιογραφία και τα 
απομνημονεύματα). Ο συγγραφέας συνήθως στις λογοτεχνικές αφηγήσεις αποστασιοποιείται 
από την ιστορία που γράφει και αναθέτει σε κάποιον άλλο την αφήγηση, δηλαδή τον αφηγητή 
που δεν ανήκει στην πραγματική ζωή αλλά αποτελεί μέρος του πλασματικού, φανταστικού 
κόσμου που δημιουργεί ο συγγραφέας.
Τύποι αφηγητή με κριτήριο τη συμμετοχή του αφηγητή στην ιστορία
I. ομοδιηγητικός: ο αφηγητής είναι ένα από τα πρόσωπα της αφήγησης, συμμετέχει στην 
ιστορία ως βασικός ήρωας ή ως πρωταγωνιστής ή ως παρατηρητής ή αυτόπτης μάρτυρας. 
Αν πρόκειται για ήρωα του δικού του αφηγήματος ονομάζεται αυτοδιηγητικός.
II. ετεροδιηγητικός: ο αφηγητής δε συμμετέχει καθόλου στην ιστορία που αφηγείται 
(τριτοπρόσωπη αφήγηση).
Αντίστοιχα η αφήγηση ονομάζεται ομοδιηγητική, αυτοδιηγητική και ετεροδιηγητική.
 Τύποι αφηγητή με κριτήριο τα αφηγηματικά επίπεδα (κατά τον Grenette )
Αφηγηματικά επίπεδα
I. εξωδιηγητικό: συγκροτείται από την αφήγηση γεγονότων που είναι εξωτερικά σε σχέση 
με το κείμενο, πρόλογοι, εισαγωγές.
II. διηγητικό η ενδοδιηγητικό: γεγονότα της κύριας αφήγησης, π.χ. Ο Οδυσσέας στο νησί 
της Καλυψώς μέχρι την άφιξη στην Ιθάκη.
III. μεταδιηγητικό ή υποδιηγητικό: η δευτερεύουσα αφήγηση που εγκιβωτίζεται στην κύρια 
αφήγηση, π.χ. τα γεγονότα που διηγείται ο Οδυσσέας στους Φαίακες.
Άρα αντίστοιχα οι αφηγητές είναι τριών ειδών: 
I. εξωδιηγητικός: αφηγείται τα γεγονότα που συνιστούν το κείμενο και ονομάζεται έτσι 
γιατί «βγαίνει» από την ιστορία για να τη διηγηθεί, αφού πια αυτή έχει συντελεστεί 
(αφηγητής α’ βαθμού)
II. ενδοδιηγητικός: βρίσκεται μέσα στην ιστορία και διηγείται τα γεγονότα που συνιστούν 
κύρια αφήγηση και ονομάζεται έτσι γιατί είναι πάντα ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας 
(αφηγητής β’ βαθμού).
III. μεταδιηγητικός: βρίσκεται μέσα στη δευτερεύουσα ιστορία, αφηγείται μια άλλη ιστορία.Τύποι αφηγητή με κριτήριο το αφηγηματικό επίπεδο και τη συμμετοχή στην ιστορία
I. εξωδιηγητικός – ετεροδιηγητικός: ο αφηγητής α΄βαθμού που αφηγείται σε γ΄πρόσωπο 
μια ιστορία στην οποία δε συμμετέχει, π.χ. ο αφηγητής της Οδύσσειας (Όμηρος).
II. εξωδιηγητικός – ομοδιηγητικός : ο αφηγητής α’ βαθμού που αφηγείται την κύρια ιστορία 
που αποτελεί και την προσωπική του ιστορία, π.χ. ο αφηγητής στο Αμάρτημα της μητρός 
μου (ο Γιωργής) και ο αφηγητής στην Ιστορία ενός αιχμαλώτου (Κοζάκογλου).
III. ενδοδιηγητικόε – ετεροδιηγητικός: ο αφηγητής β΄βαθμού που ανήκει στην κύρια ιστορία 
και αφηγείται μια δευτερεύουσα ιστορία στην οποία δε συμμετέχει, π.χ. η Σεχραζάτ στις 
Χίλιες και μία νύχτες.
IV. ενδοδιηγητικός – ομοδιηγητικός: ο αφηγητής β’ βαθμού που ανήκει στην κύρια ιστορία 
και αφηγείται την προσωπική του ιστορία, π.χ. η μητέρα του Γιώργη στο Αμάρτημα της 
μητρός μου που αφηγείται το αμάρτημά της.
Τύποι αφηγητή με κριτήριο την οπτική γωνία
Οπτική γωνία: η σκοπιά μέσα από την οποία βλέπει, αντιλαμβάνεται τα δρώμενα ο αφηγητής 
και η απόσταση που παίρνει από τα πρόσωπα ή πράγματα (ανάλογα με τον χαρακτήρα του, τον 
τρόπο σκέψης του κτλ)
Εσωτερική: αφηγείται ο βασικός ήρωας ή ένα δευτερεύον πρόσωπο όσα υποπίπτουν στην 
αντίληψή του.
Εξωτερική: ο αφηγητής βρίσκεται έξω από την υπόθεση (γ΄πρόσωπο)
Τύποι αφηγητών:
I. Παντογνώστης: γνωρίζει τα πάντα, ακόμη και τις σκέψεις των προσώπων, βρίσκεται 
παντού και πάντα (γ’ ρηματικό πρόσωπο)
II. Παρατηρητής: θεατής, πρόσωπο της ιστορίας (αυτόπτης μάρτυρας, θεατής) που 
συμμετέχει στη δράση (α’ ρηματικό πρόσωπο)
III. Πρωταγωνιστής: διηγείται τη δική του ιστορία (α’ ρηματικό πρόσωπο)
ή
I. Δραματοποιημένος: βασικό ή δευτερεύον πρόσωπο της ιστορίας. Εσωτερική οπτική 
γωνία, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, προσωπική περιορισμένη εμπειρία.
II. Αμέτοχος: έξω από την υπόθεση, είναι παντού, περιγράφει ή σχολιάζει τα πάντα 
(παντογνώστης, εξωτερική οπτική γωνία, τρίτο πρόσωπο)
Τύποι αφήγησης με κριτήριο την εστίαση:
Ένας αφηγητής μπορεί να διηγείται την ιστορία σύμφωνα με τη δική του προοπτική (πώς 
βλέπει ο ίδιος τα πράγματα) ή σύμφωνα με την προοπτική ενός προσώπου της αφήγησης. Γι’ 
αυτό ο όρος οπτική γωνία θεωρήθηκε προβληματικός και ο Γάλλος αφηγηματολόγος Genette 
πρότεινε τον όρο εστίαση (ποιος εστιάζει και σε τι). Ανάλογα με την εστίαση υπάρχουν οι 
ακόλουθοι τύποι αφήγησης:
α) Αφήγηση με μηδενική εστίαση: ο αφηγητής γνωρίζει περισσότερα από τα πρόσωπα της 
ιστορίας (παντογνώστης). Αυτή η απόλυτη γνώση των γεγονότων δείχνει ότι ο αφηγητής δε 
βλέπει τα πράγματα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, άρα δεν εστιάζει σε κάτι συγκεκριμένο. 
Τριτοπρόσωπη αφήγηση.
β) Αφήγηση με εσωτερική εστίαση: ο αφηγητής γνωρίζει όσα και τα πρόσωπα της ιστορία, 
ταυτίζεται με ένα πρόσωπο του έργου, ξέρει όσα του επιτρέπει η ανθρώπινη φύση του. Ο αναγνώστης δε μαθαίνει όλα τα γεγονότα, αλλά μόνο όσα υποπίπτουν στην αντίληψη του 
αφηγητή και μάλιστα υποκειμενικά. Η αφήγηση μπορεί να είναι πρωτοπρόσωπη ήτριτοπρόσωπη.
γ) Αφήγηση με εξωτερική εστίαση: ο αφηγητής γνωρίζει λιγότερα από τα πρόσωπα της 
ιστορίας. Βλέπουμε τη δράση του ήρωα, όχι, όμως, τις σκέψεις του, όπως μια κάμερα καταγράφει 
τις κινήσεις ή την εξωτερική εικόνα των προσώπων. Η αφήγηση αυτή χρησιμοποιείται κυρίως σε 
αστυνομικά μυθιστορήματα.
Β. Τι αφηγείται ο αφηγητής
Σε κάθε αφήγηση υπάρχουν τα γεγονότα που συμβαίνουν και κάποιες πράξεις που τα 
προκαλούν (αφηγηματικό περιεχόμενο).
Ο αφηγητής αφηγείται ένα μύθο (υπόθεση), του δίνει μορφή (κατασκευαστικά «υλικά» 
του έργου: γλώσσα, εκφραστικοί τρόποι, μέσα), δομή (εξωτερικό «χτίσιμο» του κειμένου) και 
πλοκή (εξέλιξη της δράσης: περιπέτειες, κλιμάκωση, κορύφωση και λύση του έργου).
Η παρουσίαση των χαρακτήρων μπορεί να είναι άμεση (στατική), όταν ο συγγραφέας περιγράφει ο 
ίδιος τους χαρακτήρες ή έμμεση (δυναμική), όταν η ηθογράφηση γίνεται μέσα από τους μηχανισμούς της πλοκής, ανάλογα με τη συμπεριφορά των προσώπων.
Γ. Πώς αφηγείται
Αφηγηματικοί τρόποι: τα στοιχεία που συνθέτουν την αφήγηση και οι τεχνικές με τις οποίες ο 
συγγραφέας εκθέτει την ιστορία του:
α)Αφήγηση: η έκθεση των γεγονότων
διήγηση: γ’ πρόσωπη αφήγηση, παντογνώστης αφηγητής 
μίμηση: γ’ πρόσωπη ή α’πρόσωπη αφήγηση με αφηγητή που συμμετέχει στην αφήγηση
μεικτή: συνδυασμός διήγησης – μίμησης
β) Διάλογος: συνομιλία σε ευθύ λόγο, α’ πρόσωπο. Προσδίδει ζωντάνια και εκφραστική δύναμη.
γ) Περιγραφή: αναπαράσταση προσώπων, τόπων, πραγμάτων, φαινομένων. Στόχος: η 
αισθητική αναπαράσταση του χώρου ή προβολή στοιχείων που αιτιολογούν τη δράση των 
προσώπων.
δ) Σχόλιο: σκέψεις, απόψεις του αφηγητή.
ε) Ελεύθερος πλάγιος λόγος – ύφος: ο αφηγητής αποδίδει σε γ’ πρόσωπο και σε ιστορικό χρόνο 
ενδόμυχες σκέψεις και εσωτερικά συναισθήματα ενός προσώπου της ιστορίας.
στ) Εσωτερικός μονόλογος: απόδοση σκέψεων, συναισθημάτων, αναμνήσεων, συνειρμών του 
ήρωα (α’ πρόσωπο, ενεστώτας) χωρίς παρέμβαση του αφηγητή.
Αφηγηματικός χρόνος :
1. Εξωκειμενικός χρόνος
α) χρόνος του πομπού: εποχή που ζει ο συγγραφέας
β) χρόνος του αφηγητή: χρόνος των γεγονότων της αφήγησης γ) χρόνος του δέκτη: η εποχή που ζει ο αναγνώστης
2. Εσωκειμενικός χρόνος
α) χρόνος της ιστορίας: ο φυσικός χρόνος στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία, η φυσική σειρά των 
γεγονότων.
β) χρόνος της αφήγησης: αφηγημένος χρόνος. Οριοθετείται από την αρχή μέχρι το τέλος της 
αφήγησης και δε συμπίπτει με το χρόνο της ιστορίας γιατί τα γεγονότα δεν ακολουθούν πάντοτε 
φυσική χρονική σειρά. Ο αφηγητής συχνά παραβιάζει την ομαλή πορεία πηγαίνοντας στο 
παρελθόν ή στο μέλλον. Έτσι προκύπτουν παραβιάσεις στη φυσική σειρά των γεγονότων που 
λέγονται αναχρονίες και διακρίνονται σε:
αναδρομές ή αναλήψεις: γεγονότα του παρελθόντος που διακόπτουν την κανονική 
χρονική σειρά των συμβάντων.
πρόδρομες αφηγήσεις – προλήψεις: εκ των προτέρων αναφορά σε γεγονότα που θα 
γίνουν αργότερα.
3. Τεχνικές που παραβιάζουν την ομαλή χρονική σειρά
In medias res (στο μέσο των πραγμάτων): το νήμα της ιστορίας δεν ξετυλίγεται από την 
αρχή αλλά ο αφηγητής μας μεταφέρει στο κρισιμότερο σημείο της πλοκής και έπειτα με 
αναδρομή στο παρελθόν παρουσιάζονται όσα προηγήθηκαν. Έτσι διεγείρεται το 
ενδιαφέρον του αναγνώστη και η αφήγηση δεν κουράζει.
εγκιβωτισμός: μέσα στην κύρια αφήγηση υπάρχουν και μικρότερες δευτερεύουσες 
αφηγήσεις που διακόπτουν την ομαλή ροή του χρόνου. Πρόκειται για μια αφήγηση μέσα 
στην αφήγηση.
παρέκβαση, εμβόλιμη αφήγηση: αναφορά σε άλλο θέμα που δε σχετίζεται άμεσα με την 
υπόθεση και την εξέλιξη του έργου και διακόπτει προσωρινά τη φυσική ροή των 
γεγονότων.
προϊδεασμός ή προσήμανση: η ψυχολογική προετοιμασία του αναγνώστη για το τι 
πρόκειται να ακολουθήσει
προοικονομία: ο τρόπος διευθέτησης των γεγονότων και η δημιουργία κατάλληλων 
προϋποθέσεων, ώστε η εξέλιξη της πλοκής να είναι φυσική και λογική για τον αναγνώστη.
4. Χρονική διάρκεια
Τεχνικές με τις οποίες ο συγγραφέας συντομεύει το χρόνο της αφήγησης: 
επιτάχυνση: γεγονότα μεγάλης διάρκειας παρουσιάζονται σύντομα
επιβράδυνση: γεγονότα μικρής διάρκειας παρουσιάζονται εκτεταμένα
παράλειψη: γεγονότα δεν αναφέρονται γιατί δε σχετίζονται με την ιστορία
περίληψη: συνοπτική παρουσίαση ενδιάμεσων γεγονότων
αφηγηματικό κενό: παραλείπεται ένα τμήμα της ιστορίας ή κάποια γεγονότα που 
εννοούνται εύκολα ή δε συμβάλλουν ουσιαστικά στην πλοκή.
5. Χρονική συχνότητα: χρήση μοτίβων (επαναλαμβανόμενες φράσεις ή βασικά θέματα που 
επαναλαμβάνονται κατά διαστήματα) που κλιμακώνουν τη δράση ή περιγράφουν μια ψυχική 
κατάσταση.

Λογοτεχνικά Ρεύματα και Σχολές


Ρεύμα: Χαρακτηρίζει μία τάση, κυρίαρχη ή όχι, η οποία εμφανίστηκε κάποια στιγμή και όχι μία οργανωμένη ομάδα καλλιτεχνών. Δεν υπάρχει το στοιχείο της συνειδητής κοινής δράσης από μία ομάδα ανθρώπων. Συγγενικός όρος θεωρείται αυτός της«περιόδου».
Σχολή: Ορισμένος αριθμός ανθρώπων που δρουν και δημιουργούν συνειδητά ως οργανωμένη ομάδα. Τους συνδέουν μεταξύ τους συνήθως τα στοιχεία της ηλικίας, κοινών εμπειριών και κοινών απόψεων πάνω στα ζητήματα της τέχνης και όχι μόνο. Με το ίδιο περίπου νόημα χρησιμοποιείται και ο όρος «γενιά».

Τα βασικότερα ρεύματα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο χώρο της λογοτεχνίας είναι τα ακόλουθα:




1. Κλασικισμός: Στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία τα κλασικιστικά στοιχεία είναι έντονα από την περίοδο της Αναγέννησης ως και τον 18° αιώνα. Χαρακτηριστικά του είναι:
• Η προσπάθεια μίμησης ή επιστροφής σε παλαιότερα πρότυπα, που θεωρούνται κλασικά, ελληνικά ή ρωμαϊκά, η τάση για μίμηση και προσέγγιση του κλασικού.
• Η μίμηση στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει χρησιμοποίηση θεμάτων και όλων των άλλων χαρακτηριστικών, που θεωρούνται κλασικά.
• Στο επίκεντρο των έργων αυτών βρίσκεται ο άνθρωπος, που αντιμετωπίζεται ως ιδανικό, ως πρότυπο και όχι ως πρόσωπο καθημερινό.
• Το συναίσθημα υποτάσσεται στη λογική και προτάσσονται υψηλές έννοιες και αφηρημένες ιδέες, όπως η ελευθερία, η ισότητα κ.λπ.
• Και στη μορφή των κειμένων αυτών αποφεύγεται καθετί το πεζό και το τετριμμένο, όπως επίσης οι υπερβολές και τα πολλά εκφραστικά μέσα.
•  Το ύφος είναι λιτό, αλλά ταυτόχρονα αυστηρό και υψηλό.

2. Ρομαντισμός: Ένα από τα σημαντικότερα κινήματα όλων των εποχών κι όχι απλά ρεύμα, καθώς ξέφυγε από το χώρο της τέχνης και διαμόρφωσε μία στάση ζωής. Κυριάρχησε στην αγγλική, τη γαλλική και τη γερμανική λογοτεχνία από τα τέλη του 18ουαιώνα ως τα μέσα του 19ου
Σημαντικοί εκπρόσωποι ήταν οι P. Β. Shelley, Byron, V. Hugo, Chateaubriand, Fr. Schiller, Goethe κ.α. Στην Ελλάδα το ρεύμα κυριάρχησε μεταξύ 1830-1880, επηρεάστηκε από τον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά σύντομα παρασύρθηκε σε μεγαλοστομία, σε επιτηδευμένο συναισθηματισμό και μελαγχολία. Την πιο επιτυχημένη εκμετάλλευση ρομαντικών στοιχείων τη συναντάμε στον Κάλβο, τον Σολωμό, γενικότερα στην "Επτανησιακή Σχολή" . Τα βασικά γνωρίσματα του ρομαντισμού είναι τα ακόλουθα:
• Σύγκρουση με το ορθολογικό πνεύμα του κλασικισμού και του διαφωτισμού. Αμφισβήτηση της τυποποίησης, της παράδοσης, των ηθικών αξιών του κλασικού παρελθόντος.
• Φαντασία, παράδοξο, μυστηριώδες, όνειρο και υπερφυσικό είναι στοιχεία που αφθονούν στο ρομαντισμό.
• Επιμονή στο "εγώ" του δημιουργού ή του ήρωα.
•  Έντονο το στοιχείο της φυσιολατρίας. Άλλα αγαπημένα μοτίβα είναι ο Θεός, η περιπέτεια, ο αγώνας για την ελευθερία, ο ηρωισμός, ο θάνατος.
• Νοσταλγική διάθεση για το παρελθόν (όχι της κλασικής αρχαιότητας) και ωραιοποίησή του.
•  Υπερβολές και εξιδανικεύσεις είναι συχνές.
• Μελαγχολία και απαισιόδοξος τόνος. Τα ρομαντικά έργα συνήθως έχουν δυσάρεστο τέλος.
• Η εικόνα γίνεται βασικό συστατικό ενός ρομαντικού έργου.
• Δημιουργία υποβλητικού σκηνικού (φεγγαρόλουστα τοπία, ερείπια κ.α.)   
• Λόγος χειμαρρώδης, πληθώρα εκφραστικών μέσων.  Στην έκφραση συχνά αντλούνται στοιχεία από τη γλώσσα του λαού.

3. Παρνασσισμός: Λογοτεχνικό -κατά βάση ποιητικό- κίνημα που εμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αι. στη Γαλλία ως αντίδραση στο ρομαντισμό και η ονομασία αυτή οφείλεται σε μία Ανθολογία, που έφερε τον τίτλο «Σύγχρονος Παρνασσός». Βασικά χαρακτηριστικά του παρνασσισμού:
• Σημειώνεται στροφή σε θεματολογία προερχόμενη για ακόμη μία φορά από τους κλασικούς πολιτισμούς της αρχαιότητας, είτε από το χώρο της ιστορίας είτε από αυτόν της μυθολογίας.
• Πρόκειται για μία προσπάθεια ανεύρεσης της ισορροπίας μετά τα συναισθηματικά -συχνά χωρίς μέτρο- ξεσπάσματα του ρομαντισμού.
• Βασικό γνώρισμα είναι η λιτή έκφραση, η ακριβολογία και η απουσία της υπερβολής και των εξάρσεων.
• Η έμφαση δίνεται στη λεπτομέρεια, εκφράζοντας έτσι το επιστημονικό πνεύμα της εποχής.
• Οι ποιητές θέλουν να εκφράσουν την ηρεμία και την απάθεια.
• Ως προς την εξωτερική τους εικόνα, τα ποιήματα της τεχνοτροπίας αυτής είχαν να παρουσιάσουν ιδιαίτερα επιμελημένη μορφή, ο στίχος ήταν ηχηρός, άψογος μετρικά, με ομοιοκαταληξία, άρα ήταν έντονο το στοιχείο της μουσικότητας.
• Οι δημιουργοί πιστεύουν πως ένα ποίημα πρέπει να έχει την ομορφιά και την τελειότητα ενός αγάλματος.
• Η εμμονή όμως στην ακριβολογία και στην τεχνική αρτιότητα σε ορισμένες περιπτώσεις στερούσε από τα ποιήματα τη ζωντάνια και την γνησιότητα του συναισθήματος.
• Στην Ελλάδα ο παρνασσισμός υιοθέτησε τη δημοτική γλώσσα.

4. Ρεαλισμός:  Ρεύμα που εμφανίζεται στα μέσα του 19 ου αι. στο χώρο της τέχνης, ενώ στο χώρο της λογοτεχνίας  η τάση αυτή εμφανίζεται στη Γαλλία με κυριότερο εκφραστή τον Γ.Φλομπέρ (Gustave Flaubert). Άλλοι γνωστοί εκφραστές του συγκεκριμένου ρεύματος ήταν ο Μπαλζάκ, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι και στην Ελλάδα ο Παπαδιαμάντης, ο Ξενόπουλος, ο Θεοτόκης.  Κύρια γνωρίσματα του ρεαλισμού είναι:
• Πιστή απόδοση της πραγματικότητας, όπως τη βιώνει βέβαια ο ίδιος ο δημιουργός. Αναπόφευκτα κάποιες φορές αυτός δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από τις πεποιθήσεις του.
• Καλλιεργήθηκε κυρίως το είδος του μυθιστορήματος. Χαρακτηρίζεται από αληθοφάνεια και πειστικότητα, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις. Η φαντασία δεν αποκλείεται, αρκεί να μην αντιτίθεται στην αντικειμενική πραγματικότητα.
• Θέματα οικεία και συνηθισμένα, στο επίκεντρο τίθεται ο κοινός, καθημερινός άνθρωπος.
 • Αποφεύγεται ο εντυπωσιασμός, οι εξιδανικεύσεις και οι ιδεαλιστικές προσεγγίσεις.
• Επιμονή στη λεπτομέρεια.
•  Ύφος απλό, χωρίς πολλά στολίδια, κάποιες φορές φτάνει να είναι μονότονο.

5. Νατουραλισμός: Λογοτεχνικό κίνημα που εμφανίζεται στο τέλος του 19ου αι. στη Γαλλία με εισηγητή του τον Emile Zola. Συνδέεται αποκλειστικά με την πεζογραφία και ειδικότερα με το μυθιστόρημα. Πρόκειται για την ακραία εκδοχή του ρεαλισμού. Βασικά του γνωρίσματα είναι τα ακόλουθα:
• Θέματα από την καθημερινή ζωή και πιστή, φωτογραφική αναπαράσταση της πραγματικότητας.
• Πολύ σκληρή κριτική στην κοινωνία της εποχής, καταγγέλλεται η κοινωνική εξαθλίωση.
•  Υπερτονίζονται οι άσχημες καταστάσεις της ζωής.
• Απουσία κάθε διάθεσης ωραιοποίησης.
• Θέματα προκλητικά, προερχόμενα από το περιθώριο της κοινωνίας (ήρωες απόκληροι, καταπιεσμένοι ή θύματα της κοινωνίας).
• Ο άνθρωπος υποτάσσεται σε εξωτερικές δυνάμεις και συνθήκες, αλλά και σε εσωτερικές (καταβολές, κληρονομικότητα, ορμές). Εμφανίζεται δέσμιος των αδυναμιών και των παρορμήσεων του. Δεν έχει περιθώρια επιλογών.
• Καταγραφή πληθώρας λεπτομερειών, εξαντλητικές περιγραφές.
• Στην νεοελληνική λογοτεχνία στα τέλη του 19 ου αι. ο νατουραλισμός εντάσσεται στην ηθογραφία. Πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα ήταν «Ο ζητιάνος» του Α.Καρκαβίτσα.

6.Συμβολισμός: Το 1886 στη Γαλλία δημοσιεύεται το μανιφέστο του συμβολισμού από το γάλλο ποιητή ελληνικής καταγωγής Jean Moreas (Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος).Επηρέασε κυρίως το χώρο της ποίησης ως τις πρώτες δεκαετίες του 20 ου αιώνα ως αντίδραση τόσο στη φλυαρία του ρομαντισμού όσο και στον παρνασσισμό.Κύρια γνωρίσματα του είναι τα εξής:
• Η πραγματικότητα, έτσι όπως γίνεται αντιληπτή με τις αισθήσεις, δεν έχει καμία σημασία και αξία. Τα πράγματα αντιμετωπίζονται ως οι διαμεσολαβητές, ως τα σύμβολα, για να φτάσει κανείς στην αληθινή έκφραση ιδεών, συναισθημάτων και νοητικών καταστάσεων, δηλαδή στο χώρο του ασυνείδητου.
•  Υπαινικτική χρήση της γλώσσας με αφθονία χρήσης εικόνων και μεταφορών.
•Αποφεύγεται η σαφήνεια, το νοηματικό περιεχόμενο χαλαρώνει.
•Η ποίηση απαλλάσσεται από κάθε φιλοσοφικό ή διδακτικό στοιχείο.
•Διάθεση ρεμβασμού και μελαγχολίας.
•Μορφολογικές καινοτομίες, στίχος σύντομος, ελεύθερος, χρήση πρωτότυπων σχημάτων λόγου.
•Χρήση ασύνδετων μεταξύ τους εικόνων.
•Μουσικότητα και υποβλητικός χαρακτήρας των ποιητικών στίχων.
Με το συμβολισμό συνδέεται και η καθαρή ποίηση. Κοινά τους γνωρίσματα είναι:
• Πρωταρχικό στοιχείο δεν θεωρείται το νοηματικό περιεχόμενο των φράσεων, αλλά η μουσικότητα και η αίσθηση υποβλητικότητας.
• Εκφράζει κυρίως ψυχικές καταστάσεις.
•  Τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου από μόνα τους δεν έχουν κανένα ποιητικό ενδιαφέρον, παρά μόνο αν χρησιμοποιηθούν ως σύμβολα. Στην Ελλάδα κυριότερος εκπρόσωπος του συμβολισμού θεωρείται ο Κ. Χατζόπουλος που προσπάθησε να εφαρμόσει τις αρχές του ρεύματος αυτού στο μυθιστόρημα του«Φθινόπωρο». Ποιητές που επηρεάστηκαν ήταν οι Λ. Μαβίλης, I. Γρυπάρης, Κ. Παλαμάς, Μ.Μαλακάσης κ.α. Στους νεοσυμβολιστές κατατάσσονται οι Ν. Λαπαθιώτης, Τ. Άγρας, Μ. Πολυδούρη, Κ. Γ.Καρυωτάκης κ.α. Αυτοί κυρίως δρουν τη δεκαετία 1920-30 και
•αποδεσμεύονται από τη μεγαλοστομία και το ρητορισμό
•εκφράζουν τραυματικά συναισθήματα
•ο τόνος των έργων τους είναι χαμηλόφωνος και ιδιαίτερα μουσικός.

7. Υπερρεαλισμός: Πρόκειται για το σημαντικότερο και πιο ολοκληρωμένο κίνημα πρωτοπορίας. Γεννήθηκε στη Γαλλία ως προέκταση του ντανταϊσμού και του συμβολισμού. Το υπερρεαλιστικό μανιφέστο δημοσιεύθηκε το 1924 από τον Andre Breton, ενώ άλλοι βασικοί εκπρόσωποι του ρεύματος ήταν οι P. Eliard, L. Aragon και Ph. Soupault. Στην Ελλάδα καλλιεργήθηκε από τους Ανδρ. Εμπειρίκο, Ν. Εγγονόπουλο, Ν. Γκάτσο, Οδ. Ελύτη κ.α., χωρίς όμως τις πολιτικές προεκτάσεις του κινήματος. Ο υπερρεαλισμός υιοθετήθηκε κυρίως στην ποιητική έκφραση. Τα βασικά του γνωρίσματα ήταν:
• Χρήση της φαντασίας, του ονείρου, του υποσυνείδητου. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να μένει εγκλωβισμένος στην πραγματικότητα της συνείδησης, στο ρεαλισμό και την αληθοφάνεια (επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες).
• Θέματα και εντυπωσιακές εικόνες που ξεφεύγουν από το χώρο της λογικής.
• Χρήση της αυτόματης γραφής (= ελεύθερη καταγραφή χωρίς  προκαθορισμένο στόχο και χωρίς την επέμβαση της λογικής.
• Ευρεία χρήση των συνειρμών.
• Σημαντική θέση δίνεται στο χιούμορ.
• Χρήση συμβόλων.
• Ελευθερία στον τρόπο έκφρασης  που είναι συχνά αντιποιητικός.
• Ελεύθερος στίχος, σπάσιμο κάθε παραδοσιακής στιχουργικής φόρμας.
• Συχνή απουσία των σημείων στίξης.

8. Μοντερνισμός: Πνευματικό κίνημα (μέσα 19ουαι. -1940) ενάντια στον παραδοσιακό αστικό πολιτισμό. Προτεραιότητα δίνεται στην υποκειμενική συνείδηση. Στην ποίηση κυρίαρχη είναι η διάλυση της παραδοσιακής μορφής και η διάθεση πειραματισμού, ενώ στο χώρο της πεζογραφίας αμφισβητείται η παραδοσιακή πλοκή και οι χρονολογικές και αιτιολογικές σχέσεις παρουσιάζονται με αυθαίρετη σειρά. Απουσιάζει ο παντογνώστης αφηγητής και τη θέση του παίρνουν οι αφηγητές-ήρωες με υποκειμενική οπτική γωνία. Η γλώσσα των κειμένων (ποιητικών και πεζών) εμφανίζει πολυσημία, χρησιμοποιούνται εικόνες, μεταφορές και σύμβολα. Προτεραιότητα δίνεται στην ενδοσκόπηση και στο στοχασμό. Από κάποιους μελετητές το κίνημα του μοντερνισμού δε διαφοροποιείται από τα άλλα πρωτοποριακά ρεύματα (εξπρεσιονισμός, φουτουρισμός, υπερρεαλισμός), απλά θεωρούν πως πρόκειται για πιο "συντηρητική" εκδοχή τους. Άλλοι πάλι επισημαίνουν τη διαφοροποίηση ανάμεσα τους, καθώς ο μοντερνισμός πάντα διακήρυσσε την πίστη του στο ολοκληρωμένο έργο τέχνης, ενώ τα κινήματα της πρωτοπορίας απορρίπτουν την τέχνη ως αυτόνομο θεσμό και καταργούν τη διάκριση μεταξύ κοινού και δημιουργού. {Βλ. φωτοτυπία}

Άλλα κυρίαρχα ρεύματα που έπαιξαν ρόλο στο χώρο της λογοτεχνίας ήταν:

Εμπρεσιονισμός ή Ιμπρεσιονισμός: Όρος που χρησιμοποιήθηκε κυρίως στο χώρο της ζωγραφικής. Επιδιώκεται η αυθόρμητη και πηγαία έκφραση του συναισθηματικού κόσμου. Στη λογοτεχνία ο όρος  χρησιμοποιήθηκε κυρίως για όσους χρησιμοποιούν την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου. Αμφισβητεί τη δυνατότητα λεπτομερειακής ανάπλασης της πραγματικότητας, δηλαδή μία βασική αρχή του ρεαλισμού.
Εξπρεσιονισμός: Καλλιτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε κυρίως στη Γερμανία στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20 ου αιώνα.  Στο χώρο της λογοτεχνίας εμφανίστηκε ως αντίδραση στο ρεαλισμό, το νατουραλισμό και το συμβολισμό. Εκφράζει τη λαχτάρα για καθετί το νέο και την επανάσταση στο παραδοσιακό. Αρνείται την αληθοφάνεια και δεν επιδιώκεται η πιστή αναπαράσταση του εμπειρικού κόσμου. Αντίθετα εκφράζει εσωτερικά αισθήματα, ενώ ο κόσμος αποδίδεται, όπως εμφανίζεται στη φαντασία του δημιουργού. Θέμα του γίνεται η απόγνωση του ανθρώπου των μεγαλουπόλεων, η βία και ο πόλεμος. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην κοινωνική διάσταση ενός έργου τέχνης. Τάση προς την υπερβολή, το λεξιλόγιο απελευθερώνεται από δεσμεύσεις, κυριαρχεί η εικόνα. Στην Ελλάδα το ρεύμα αυτό δεν ευδοκίμησε.
Φουτουρισμός: Το μανιφέστο του δημοσιεύθηκε στην Ιταλία το 1909 από τον ποιητή F. Τ.Marinetti. Ως ρεύμα συνδέεται κυρίως με τις εικαστικές τέχνες. Εκφράζει την αντίδραση προς καθετί το παραδοσιακό, υμνεί το μέλλον και τη δύναμη του τεχνολογικού πολιτισμού. Προωθείται ο ελεύθερος στίχος, η ανορθόδοξη σύνταξη, η τεχνική του κολλάζ. Προκλητική διάθεση που φτάνει στα όρια της περιφρόνησης του κοινού. Μετά το 1920 το κίνημα βρίσκεται σε κάμψη, ενώ συνδέθηκε με τον ιταλικό φασισμό. Στην πραγματικότητα δεν μπόρεσε να ξεφύγει εκτός Ιταλίας.
Ντανταϊσμός: Γεννήθηκε κατά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο στη Ζυρίχη. Εκφράζει την απέχθεια για τη φρίκη του πολέμου, διαπιστώνοντας πως κάθε παραδοσιακή αξία στη ζωή και στην τέχνη δεν μπόρεσαν να τον αποτρέψουν. Οι εκπρόσωποι του θεωρούσαν ότι ο κόσμος βρισκόταν σε ηθική παρακμή και πως το πνευματικό σύστημα είχε καταρρεύσει. Το όνομα είναι επιλεγμένο στην τύχη και δηλώνει το μηδενισμό. Προτάσσουν την απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία. Βασικό χαρακτηριστικό είναι το βίαιο χιούμορ, η πρόκληση, ο εντελώς απρόσμενος συνδυασμός φράσεων, το παράλογο. Η δομή των έργων είναι αποσπασματική, και το περιεχόμενο σχεδόν ακατανόητο. Πρόκειται για μία "αισθητική αναρχία". Με το τέλος του πολέμου εξαπλώνεται, αλλά παράλληλα χάνει και την ορμή του και σταδιακά οδηγεί στον υπερρεαλισμό, την τελειότερη έκφραση της πρωτοπορίας.

Λογοτεχνία και Ρητορική

Το αμάρτημα της μητρός μου, Γ. Βιζυηνός

Η Φόνισσα, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης