Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Τρόποι και μέσα πειθούς, Ασκήσεις

ΤΡΟΠΟΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΠΕΙΘΟΥΣ

&4 Θα έπρεπε, ακόµα, από εδώ και εµπρός οι άνθρωποι (µιλάω για τις πλούσιες χώρες) να δεχτούν ένα αξιοπρεπές αλλά λιτό βιοτικό επίπεδο και να παραιτηθούν από την ιδέα ότι ο κεντρικός στόχος της ζωής τους είναι να αυξάνεται η κατανάλωσή τους κατά 2 µε 3% το χρόνο. Για να το δεχτούν αυτό, θα έπρεπε κάτι άλλο να δίνει νόηµα στη ζωή τους. Αυτό το άλλο είναι η ανάπτυξη των ανθρώπων αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροϊόντων.
&5 Η ανάπτυξη, βέβαια, των ανθρώπων αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροϊόντων θα απαιτούσε µιαν άλλη οργάνωση της εργασίας, η οποία θα έπρεπε να παύσει να είναι αγγαρεία και να γίνει πεδίο προβολής των ικανοτήτων του ανθρώπου˙ µιαν αληθινή δηµοκρατία που θα συνεπαγόταν τη συµµετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων˙ µιαν άλλη οργάνωση παιδείας, ώστε να διαπλάθονται πολίτες ικανοί «να άρχουν και να άρχονται βάσει των νόµων» σύµφωνα µε τη θαυµάσια έκφραση του Αριστοτέλη.
Πανελλήνιες 2003


Οι ψυχολόγοι και οι κοινωνιολόγοι που έχουν μελετήσει το φαινόμενο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο κομφορμισμός αυτός, τάση ισχυρή και επίμονη, πηγή του έχει την κοινωνική φύση του ανθρώπου. Ζώο κατ' εξοχήν κοινωνικό (ο Αριστοτέλης το ονομάζει στη γλώσσα του "πολιτικόν" ο άνθρωπος, όταν έρχεται αντιμέτωπος με σημαντικές για τη συλλογική ζωή "δοξασίες της μάζας", αισθάνεται ζωηρότερο ενδιαφέρον για τη συντήρηση των λαίκών εξηγήσεων που κρατούν συμπαγή την ομάδα, παρά για τις κριτικές αναλύσεις που μπορούν να τη διαιρέσουν και να τη διαλύσουν. Συμφέρει την κοινωνία να δίνεται απεριόριστη πίστωση στις παρατηρήσεις (τεκμήρια, ενδείξεις, μαρτυρίες) που επιβεβαιώνουν τις "τρέχουσες" ιδέες και αποκλείουν τις αντίθετές τους (Thomas Szasz).
Ε. Π. Παπανούτσος, "Το δίκαιο της πυγμής",σχολικό βιβλίο, σελ. 115, &5


Είναι βέβαιο πως η Μοριακή Βιολογία και η Γενετική έχουν ανοίξει νέους ορίζοντες στη µελέτη και κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισµού. Αυτό το ταξίδι, το οποίο ξεκίνησε πριν από λίγα σχετικά χρόνια στον άγνωστο και µαγευτικό κόσµο των βιολογικών νοηµάτων της ζωής, δεν είναι ούτε εύκολο ούτε γρήγορο. Οι ταξιδιώτες πρέπει να είναι εφοδιασµένοι µε υποµονή, µε περίσσεια γνώση, µε αµφισβήτηση, αλλά προπαντός µε ηθική δεοντολογία. Σε κάθε περίπτωση, η Πολιτεία πρέπει να κρίνει και να αξιολογεί τους καρπούς και τις εµπειρίες τέτοιων εγχειρηµάτων. Υπάρχουν άραγε γονίδια αθανασίας; Θα διαλευκανθούν πλήρως οι µοριακοί µηχανισµοί που διέπουν τη ζωή και τον θάνατο; Θα αποδεχθεί, ηθικά, η ανθρωπότητα σε µια τέτοια περίπτωση να παρέµβει; Αποτελεί προσωπική εκτίµηση ότι είναι προτιµότερο να στοχεύεται η ανεύρεση τρόπων βελτίωσης της ποιότητας της καθηµερινής ζωής παρά τα επικίνδυνα ταξίδια µε γνώµονα την ανθρώπινη µαταιοδοξία. Άλλωστε, όπως και ο ποιητής έχει δηλώσει: ... ηδονικά παντοτινά ζητάµε, µάταια πάντα...
Πανελλήνιες 2002



Χθες, ανακοινώθηκαν τα στοιχεία για το πραγματικό μέγεθος του ελλείμματος του 2009.
Θύμισαν σε όλους μας τα ακατανόητα λάθη, τις παραλείψεις, τις εγκληματικές επιλογές και την καταιγίδα των προβλημάτων που μας κληροδότησε η προηγούμενη κυβέρνηση.
Όλοι μας κληρονομήσαμε - η σημερινή Κυβέρνηση και Ελληνικός λαός - ένα σκάφος έτοιμο να βυθιστεί. Μια χώρα χωρίς κύρος και αξιοπιστία, που είχε χάσει το σεβασμό ακόμα και των φίλων και των εταίρων της. Μια οικονομία εκτεθειμένη στο έλεος της αμφισβήτησης και των ορέξεων της κερδοσκοπίας.
Από την πρώτη μέρα σηκώσαμε τα μανίκια και με σκληρή δουλειά βαλθήκαμε να ανατρέψουμε αυτό το αρνητικό κλίμα. Καταστρώσαμε σχέδιο, πήραμε δύσκολα μέτρα, που πολλές φορές πόνεσαν, αλλά ανακτήσαμε την αξιοπιστία μας. Δημιουργήσαμε νέες συμμαχίες.
Μετά από έναν πραγματικό μαραθώνιο, διεκδικήσαμε και καταφέραμε να οδηγηθούμε σε μια ισχυρή απόφαση της Ε.Ε. για την στήριξη της χώρας μας, με ένα πρωτόγνωρο, για την ιστορία και τα δεδομένα της Ε.Ε., μηχανισμό.
[.......] Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη πορεία, μια νέα Οδύσσεια για τον Ελληνισμό.
Όμως, πλέον, ξέρουμε το δρόμο για την Ιθάκη και έχουμε χαρτογραφήσει τα νερά.
Μπροστά μας έχουμε ένα ταξίδι με απαιτήσεις από όλους μας, αλλά με μια νέα συλλογική συνείδηση και κοινή προσπάθεια θα φθάσουμε εκεί ασφαλείς, πιο σίγουροι, πιο δίκαιοι, πιο περήφανοι.
Ο τελικός μας στόχος, ο τελικός μας προορισμός είναι να απελευθερώσουμε την Ελλάδα από επιτηρήσεις και κηδεμονίες. Να απελευθερώσουμε τις δυνάμεις του Ελληνισμού, τον κάθε Έλληνα και Ελληνίδα από αντιλήψεις, πρακτικές και συστήματα που τον εμποδίζουν παντού, εδώ και δεκαετίες. Να δώσουμε οξυγόνο εκεί που υπάρχει ασφυξία, δικαιοσύνη και κανόνες εκεί που υπάρχει αδικία, διαφάνεια εκεί που υπάρχει σκοτάδι, σιγουριά εκεί που υπάρχει ανασφάλεια, και ανάπτυξη για όλους.
Η έμπνευση, η πίστη μας είναι ετούτος εδώ ο τόπος, από το Καστελόριζο, μέχρι την Κέρκυρα, από την Κρήτη μέχρι τον Έβρο, είναι αυτός ο υπέροχος λαός, είναι οι νέοι μας με τις δυνατότητες και τα οράματά τους.
Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι, θα τα καταφέρουμε.
Αρκεί εμείς οι Έλληνες να πιστέψουμε στις δυνατότητές μας, στις αξίες μας, στον ίδιο μας εαυτό.
Δήλωση πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου (Καστελόριζο 2010)



Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, χθες λίγες εκατοντάδες μέτρα από το σημείο που βρισκόμαστε, τρεις συμπολίτες μας έχασαν τη ζωή τους. Σε επεισόδιο τυφλής βίας, τρεις αθώοι άνθρωποι. Το τραγικό αυτό περιστατικό, μας συγκλονίζει. Ταυτόχρονα, όμως, μας υπενθυμίζει ότι αυτό που φοβόμασταν, έχει αρχίσει ήδη να συμβαίνει. Οφείλουμε να αφουγκραστούμε την κοινωνία που σήμερα, κύριε πρωθυπουργέ, δεν ανέμενε από εσάς, σε τέτοιες ώρες δύσκολες, αυτή την πρωτόγνωρη όξυνση που προσφέρατε με την ομιλία σας. Δεν πειράζει! Η αμηχανία σας και οι ευθύνες σας που μας φέρατε ως εδώ, δημιουργούν την ανάγκη για να έχετε αυτή την πολιτική σήμερα. Είναι η αμηχανία που σας γυρίζει πίσω στο παλιό ΠΑΣΟΚ, φοβάμαι. Εμείς οφείλουμε να κατανοήσουμε τα αδιέξοδα, στα οποία έχει οδηγηθεί η χώρα. Και οφείλουμε να τη βγάλουμε από τα αδιέξοδα αυτά. Οι διαφορές μας είναι μεγάλες, αλλά τίποτα δεν είναι σπουδαιότερο από την ανάγκη να βρει η τόπος την εμπιστοσύνη του στο μέλλον.
Για παράδειγμα, στο Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών, που μας καλέσατε για τη Δευτέρα, θα πρέπει να μιλήσουμε για τη Νέα Μεταπολίτευση. Να ακούσουμε τον κόσμο. Να φύγουμε από ένα πολιτικό σύστημα, που έχει υποταχθεί στον αυτόσυντηρισμό του. Να πούμε ‘’ναι’’ εκατό βουλευτές λιγότεροι στη Βουλή, να πούμε ναι σε Βουλή διακοσίων. Να πούμε ‘’ναι’’ κατάργηση, επιτέλους, του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Και γιατί να μην πούμε και ‘’ναι’’ σε μία Αναθεωρητική Βουλή, την οποία θα πρέπει να βάλουμε μπροστά για να περάσουμε τις τομές που σήμερα απαιτεί από εμάς η κοινωνία.
Ομιλία του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Αντώνη Σαμαρά στη Βουλή για το Σχέδιο Νόμου: «Μέτρα για την εφαρμογή του Μηχανισμού Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από τα Κράτη – μέλη της Ζώνης του Ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο»



Επιφυλλίδα

Ο ευτελισμός της Ιστορίας


Η αναλογική σκέψη είναι περίπου αναπόφευκτη. Για να καταλάβουμε καινούργια γεγονότα, πολλές φορές χρησιμοποιούμε αναλογίες με παλιά γεγονότα. Αν χρειάζεται λοιπόν καλή γνώση του παρελθόντος, υποστηρίζουν οι ιστορικοί, είναι για να σκεφτόμαστε πώς αλλάζει ο κόσμος, τι το καινούργιο περιέχουν τα νέα γεγονότα. Ακόμη κι όταν εμφανίζονται ομοιότητες, σε ένα νέο πλαίσιο αποτελούν νέες καταστάσεις. Αυτό άλλωστε είναι και το νόημα της φράσης του Ηράκλειτου «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι». Οι ομοιότητες δηλώνουν απλώς τεμπέλικη σκέψη και οδηγούν σε παγίδες. Παλαιότερα βλέπαμε να παραλληλίζεται η Μέρκελ με τον Χίτλερ, η διακυβέρνηση μέσω μνημονίων με τη γερμανική κατοχή. Τώρα βλέπουμε να παραλληλίζονται οι εκλογές του 2015 με τις προ 95 ετών εκλογές του 1920!
Με έκπληξη ακούμε και διαβάζουμε, και μάλιστα από ιστορικούς, ότι ο Βενιζέλος το 1920 έχασε τις εκλογές γιατί οι αντίπαλοί του έπεισαν τους ψηφοφόρους πως μπορούσαν να διαπραγματευθούν καλύτερα με τους συμμάχους. Εχασε λοιπόν τις εκλογές ο Βενιζέλος, παρά το γεγονός ότι είχε κερδίσει με τις διπλωματικές του ικανότητες την Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», με επακόλουθα φοβερά: έφυγε η εύνοια των συμμάχων, ήλθε η μεταστροφή τους υπέρ της Τουρκίας. Κορύφωση η Μικρασιατική Καταστροφή. Το νεοελληνικό τραύμα. Αυτά θα ξαναζήσουμε τώρα. Κι αν δεν πιστεύετε, «να τα φύλλα της τάδε εφημερίδας της εποχής εκείνης, μπορείτε να τα διαβάσετε στο Διαδίκτυο!».
Ο παραλληλισμός αυτός ξεκίνησε με δηλώσεις του κ. Αδ. Γεωργιάδη, συνεχίστηκε από τον ακαδημαϊκό κ. Κ. Σβολόπουλο («Το Βήμα», 21.12.2014, επαναλαμβάνοντας το ίδιο που είχε υποστηρίξει και στις εκλογές του 2012, «Το Βήμα», 3.6.2012), τεκμηριώθηκε από τον καθηγητή κ. Ευάνθη Χατζηβασιλείου («Καθημερινή», 4.1.2015) και μετουσιώθηκε σε επιχείρημα εσχάτως στους λόγους του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου. Κακό να συμμετέχουν στον πολιτικό διάλογο οι ιστορικοί; Καθόλου. Πιστεύω μάλιστα το αντίθετο. Οι ιστορικοί πρέπει να είναι παρόντες στη δημόσια σφαίρα, ώστε οι πολιτικές αναζητήσεις να αποκτήσουν ευρύτερο χρονικό ορίζοντα και τα επιχειρήματα βάθος. Είναι απαραίτητο να συμφωνούν οι ιστορικοί μεταξύ τους; Όχι βέβαια, ίσα-ίσα ο διάλογος και οι διαφορετικές ερμηνείες και απόψεις βαθαίνουν την κατανόηση. Αυτά όμως απέχουν πολύ από την εργαλειοποίηση και τον ευτελισμό της Ιστορίας που επιχειρείται εν προκειμένω.
Τις εκλογές του 1920 ο Βενιζέλος τις έχασε γιατί η Ελλάδα συμπλήρωνε οκτώ χρόνια πολέμων, από το 1912, και βρισκόταν εμπρός σε μια νέα εκστρατεία. Η φτωχή αγροτική οικογένεια της Πελοποννήσου και των νησιών, που είχε νεκρούς, τραυματίες, γιους που έλειπαν χρόνια και χρόνια, κατεστραμμένες σοδειές, δεν περίμενε, για να αποφασίσει, επιχειρήματα διαπραγματευτικής δεινότητας στις διεθνείς συνδιασκέψεις. Η συνέχιση των πολέμων τής ήταν δυσβάστακτη. Ο Διχασμός της εποχής, που κατέληγε σε αιματηρά επεισόδια, είχε τότε μια συγκεκριμένη κοινωνική δυναμική. Αποτελεί επίσης μύθο ότι το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν υπεύθυνο για τη μεταστροφή των συμμάχων και την εγκατάλειψη της Ελλάδας με αποτέλεσμα τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι σύμμαχοι, με τελευταίους τους Άγγλους, εγκατέλειπαν την Ελλάδα στον βαθμό που ανέκαμπτε η νέα Τουρκία του Κεμάλ. Άλλωστε το εγχείρημα της μικρασιατικής εκστρατείας και του διαμελισμού της Ανατολίας ήταν έωλο εξαρχής, και έχουν γραφεί και τότε και μετέπειτα πολλά επ' αυτού. Ο μύθος όμως επιβίωσε και επανέρχεται μαζί με τη μυθολογία περί Βενιζέλου.
Αλλά μπορείς να συγκρίνεις τις εκλογές του 2015 με εκείνες πριν από έναν αιώνα, χωρίς να λαμβάνεις υπόψη σου ότι το σημερινό πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό από το πλαίσιο εκείνης της εποχής, ως προς όλες τις παραμέτρους του προβλήματος; Πρώτον, είναι γκροτέσκο να συγκρίνεις Σαμαρά με Ελευθέριο Βενιζέλο. Δεύτερον, το διακύβευμα των εκλογών δεν είναι ποιος είναι ικανότερος για διαπραγμάτευση. Υπάρχει ένα πρόβλημα συσσώρευσης χρέους στη σημερινή Ευρώπη, που υφίσταται η Ελλάδα με καταστροφικές συνέπειες, το οποίο συνδέεται με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες τοποθετήσεις. Μια πολιτική συνεχούς περιορισμού των δαπανών και περικοπής του βιοτικού επιπέδου, και μιαν άλλη πολιτική περιορισμού του χρέους μέσα από διαδικασίες που θα εξασφαλίσουν την ανάπτυξη. Στις εκλογές αυτές καλείται ο ελληνικός λαός ο οποίος έχει βιώσει την πρώτη πολιτική να επιλέξει αν θα της επιτρέψει να συνεχιστεί ή όχι.
Το να επιλέξει τη δεύτερη πολιτική, μια πολιτική επαρκώς τεκμηριωμένη και επιστημονικά και πολιτικά, δεν σημαίνει παλικαριά εναντίον της Ευρώπης, αλλά ότι συμμετέχει σε αυτό που αποτελεί εξαρχής καταστατική συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: το δημοκρατικό δικαίωμα των λαών της Ευρώπης να συζητούν και να αποφασίζουν για το μέλλον της. Αυτό είναι άλλωστε κάτι το οποίο μπορεί να αναβαθμίσει τον ρόλο και το κύρος της χώρας στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές πλαίσιο, αν βέβαια αναληφθεί με την αναγκαία σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Γιατί επομένως τόση δημαγωγία γύρω από την Ιστορία; Αν αποσπάς φαινόμενα από το πλαίσιό τους και τα χρησιμοποιείς παραδειγματικά, τότε και η Ιστορία και ο φυσικός κόσμος μπορούν να χρησιμοποιηθούν για οποιαδήποτε και εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα. Η εργαλειοποίηση της Ιστορίας δεν υπονομεύει μόνο την κατανόηση του παρελθόντος. Συσκοτίζει και την κατανόηση του παρόντος.

Αντώνης Λιάκος, 11-01-2015, Το Βήμα

Επιφυλλίδα

Χρονογράφημα

Επιτέλους φτωχοί!
Επίκαιρο χρονογράφημα του Γιάννη Ξανθούλη

Να ξαναγίνουμε φτωχοί όπως ήμασταν πάντα.Όπως οι ήρωες των παλιών αναγνωστικών που οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες πόρνες. Όπου οι μπαμπάδες επέστρεφαν το μεσημέρι για να καθίσει ΟΛΗ η ελληνική οικογένεια στο τραπέζι και να φάει το σεμνό φαγητό -όσπρια πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό-ενώ η γάτα και ο σκύλος περίμεναν στωικά να 'ρθει η σειρά τους...
Να ξαναγίνουμε φτωχοί όπως ήμασταν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια.Τότε που ονειρευόμασταν εν μέσω γκρι, μπλε και μπεζ χρωμάτων, τότε που καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε να γίνει ψευδοξανθιά, τότε που η λάσπη κολλούσε συμπαθητικά στα παπούτσια μας και οι αυθεντικοί ζήτουλες βρίσκονταν έξω απ' τις εκκλησιές περιμένοντας το τέλος της λειτουργίας και του μνημόσυνου. Να ξαναγίνουμε φτωχοί πλην τίμιοι, χωρίς κινδύνους να ξεστρατίσουν οι αρχιμανδρίτες προς την ψηφιακή παιδοφιλία. Να βρούμε ξανά τις σωστές μας κλίμακες χωρίς αγωνία παρκαρίσματος και παχυσαρκίας. Να ξαναβρούμε τη γεύση του «μπατιρόσπορου», των ελαχιστοποιημένων αναγκών, να ανακαλύψουμε εκ νέου τον ποδαρόδρομο και το συγκινητικό μοντέλο της «γυναίκας της Πίνδου». Μόνο με τέτοιες ηρωικές διαδρομές ενδεχομένως να ακυρώσουμε το κόμπλεξ μας έναντι του Μπραντ Πιτ και της Ναόμι Κάμπελ. Να ξαναβρούμε -γιατί όχι- και τους παλιούς καλούς εχθρούς (κυρίως από τα βόρεια) που σήμερα τους έχουμε σκλάβους στα παβιγιόν μας. Να ξετρελαθούμε από την επικοινωνιακή μας υστερία με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής. Να σκάψουμε στις αυλές -όσοι έχουν αυλές- και να κάνουμε παραδοσιακούς ασβεστόλακκους για να ασπρίζουμε τα δέντρα έτσι για καλαισθησία και υγεία. Να βρούμε πάλι τη σημασία του χώματος καταργώντας το καυσαέριο του επάρατου τρέχοντος πολιτισμού. Να εφεύρουμε τις παλιές νοσοκόμες που σέρνονταν από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντας ενέσεις πενικιλίνης στα οπίσθια ολόκληρου του Έθνους. Να προσδιορίσουμε ξανά την ντροπή και τον «σεβασμό» προσέχοντας το βλακώδες λεξιλόγιο των τέκνων μας. Επιτέλους, όποιο τέρας βρίζει ή χρησιμοποιεί την πάνδημη και πολυμορφική λέξη «ΜΑΛΑΚΑΣ» πάνω από εκατό φορές την ημέρα να το μπουκώνουμε με «κόκκινο πιπέρι εξόχως καυτερό», όπως τον καιρό της εξαίρετης φτώχειας μας. Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα δίνουμε του κόσμου τα λεφτά, όπως μεταποίηση ρούχων, αλλαγές γιακάδων στα πουκάμισα, καρικώματα στις κάλτσες, υδραυλικές και σχετικές εργασίες. Να απαγορευτεί διά ροπάλου το γκαζόν που για μας τους πρώην φτωχούς δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Στη θέση του να φυτευτούν λαχανικά ή και οπωροφόρα για να μην καλοσυνηθίζουμε την κάστα των μανάβηδων. Κάποτε ο μαϊντανός, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα ήταν τα βασικά καλλωπιστικά των κήπων μας. Να επανακτήσουμε το κύρος μας, χρησιμοποιώντας ό,τι τέλος πάντων απαιτούσε ο βασικός σωφρονιστικός κώδικας τα χρόνια της περήφανης ανέχειας.
Σταματήστε τις ψυχολογίες και τις παραφιλολογίες για τα «τραύματα» των παιδιών.Μόνο λύσεις γήινες και πρακτικές θα αποκαταστήσουν την τρέλα και το χάος που υπαινίσσονται οι στατιστικές.
Να θυμηθούν οι Νεοέλληνες πως προέρχονται απ' τον Μεγαλέξανδρο, από τον Μιλτιάδη, τον Αριστείδη και προφανώς απ' τον... Αλκιβιάδη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να βάλουν σε ενέργεια τον «δίκαιο θυμό» αν συμπέσουν με ληστές τραπεζών, περιπτέρων, σούπερ μάρκετ και κοσμηματοπωλείων. Κανένας δισταγμός. Τα παλιά χρόνια για ψύλλου πήδημα σε μπαγλάρωναν. Θυμήσου και κόψ' τους τα χέρια ή και τα αχαμνά. Επιτέλους ας σταματήσουμε την ευρωπαϊκή μας ψυχοπάθεια. ΠΟΤΕ κανένας Έλληνας δεν έγινε σωστός Ευρωπαίος. Ούτε καν ο Αβραμόπουλος ούτε καν ο Σημίτης και άλλοι τέτοιοι που μου διαφεύγουν. Απ' τον καιρό που σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, την πατήσαμε. Σταματήστε το «ντόπινγκ» με το τσουλαριό των λαϊκών ασματομουλάρων. ΠΟΣΟΥΣ ΠΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΧΩΡΑ Η ΕΛΛΑΣ, κύριοι καναλάρχες της πλάκας; Δεν είναι καιρός να ξεβρομίσει ο τόπος απ' τους εκφραστές του τραγουδιστικού Κάμα Σούτρα; ΠΟΙΟΣ θα μαζέψει τις ελιές στα περιβόλια όταν ο κάθε πικραμένος ονειρεύεται να γίνει αφίσα στη Συγγρού; ΠΟΙΟΣ θα καθαρίσει τη Συγγρού απ' το αίσχος της καψουρικής ταπετσαρίας, κύριοι δήμαρχοι; Οι τραβεστί; Οι καημένες οι τραβεστί έχουν άλλες υποχρεώσεις...
Μη φοβάστε τη φτώχεια.Η πατρίδα μας είναι ευλογημένη έστω κι αν δεν παράγει λαμαρίνες αυτοκινήτων ή καλής ποιότητας νάρκες και όπλα για τους τριτοκοσμικούς.
Θυμηθείτε την ευλογία του ελαιόλαδου, της κορινθιακής σταφίδας, του χαλβά Φαρσάλων, των εσπεριδοειδών, της σαρδέλας και των λατρεμένων ραδικιών. Λάδι, χόρτα, ελίτσες, λίγο τυρί και ψωμί ζεστό, να φρεσκάρουμε στο μνημονικό μας το παλιό αναγνωστικό του Δημοτικού. Το ξέρω πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών μας αξεσουάρ. Μια δοκιμή νομίζω πως θα μας πείσει, τώρα μάλιστα που ξεκινά και το Τριώδιο. ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ και ο θεός των μικρών πραγμάτων μαζί μας.

[Χρονογράφημα του Γιάννη Ξανθούλη από τη μόνιμη στήλη του στην Ελευθεροτυπία «ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΑ»]


Η παιδεία παίζει

Η παιδεία παίζει
Αν ρωτούσε κάποιος «Τι σχολείο θέλετε για τα παιδιά σας;» η πλειονότητα θα απαντούσε: «Πάντως όχι αυτό που έχουμε». Είναι ζήτημα εθνικής δυστροπίας; Μπορεί. Μην ξεχνάμε πως αν οι Έλληνες δεν ήσαν τόσο δύστροποι στη διάρκεια των αιώνων, το πιθανότερο είναι πως θα είχαν αφομοιωθεί από κάποιον απ’ τους κατακτητές τους. Ή μήπως είναι ζήτημα «πολιτισμού», υπερβολικών απαιτήσεων, γιατί «εμείς, ως Έλληνες, κρίνουμε ότι η παιδεία μας είναι το υπέρτατο αγαθό» – τουλάχιστον έτσι διαβεβαιώνουμε εαυτούς είτε όταν κουτσομπολεύουμε στη Βουλή είτε όταν αγορεύουμε στα μεταμεσονύκτια λαθροκάναλα. Ε ναι, την παιδεία μας την έχουμε μες στην καρδιά μας, είναι κομμάτι της ψυχής μας και επειδή ακριβώς την έχουμε μες στην καρδιά μας και είναι κομμάτι της ψυχής μας, κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτήν.
Περίπου εκατόν πενήντα χιλιάδες δάσκαλοι και καθηγητές ασχολούνται κάθε χρόνο με περίπου ενάμισι εκατομμύριο βλαστούς της ελληνικής οικογένειας. Αν υπολογίσουμε ότι το ενάμισι εκατομμύριο διαθέτει και από δύο γονείς, φτάνουμε στα περίπου τρία εκατομμύρια ενδιαφερομένους. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών απολαμβάνουν το κοινωνικό αγαθό που τους προσφέρει η ελληνική πολιτεία: το δημόσιο δωρεάν σχολείο. Ή μάλλον το δημόσιο σχολείο που παριστάνει πως είναι δωρεάν, αφού τα παιδιά που θέλουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους πρέπει να παρακολουθούν και φροντιστήρια, που μόνο δωρεάν δεν είναι.
Στα χρόνια της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας έγιναν έντεκα βασικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο πολιτικής διαμάχης, εκτεταμένου δημόσιου σχολιασμού και όλες αφορούσαν τις εξετάσεις αποφοίτησης από τη μέση και εισαγωγής στην ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση. Έγιναν και μερικές τροποποιήσεις στα σχολικά βιβλία ή στη διδακτέα ύλη που δεν απασχόλησαν κανέναν παρά μόνον τους λεγόμενους «ειδικούς». Με μία εξαίρεση, ένα κακογραμμένο βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού, το οποίο επειδή ήταν κακογραμμένο και γεμάτο λάθη βοήθησε τη συγγραφέα του να εκλεγεί βουλευτής.
Τον βασικό όγκο της διδασκαλίας στο γυμνάσιο και στο λύκειο τον αποτελούν τα φιλολογικά μαθήματα και τα μαθηματικά. Αν άθροιζε κάποιος τις ώρες που το μέσο Ελληνόπουλο έχει διδαχθεί την αρχαία ελληνική στο σχολείο, κανονικά θα έπρεπε να μπορεί να διαβάζει το «Συμπόσιο» στο πρωτότυπο πριν κοιμηθεί. Ως καλώς γνωρίζουμε δεν είναι η περίπτωση. Γιατί; Γιατί στην πραγματικότητα η διδασκαλία και το ενδιαφέρον για αρχαία ελληνικά, γλώσσα και πολιτισμό είναι προσχηματικό. Οι ώρες της διδασκαλίας ορίζονται από τον αριθμό των φιλολόγων που έχουν προσληφθεί στο Δημόσιο, και οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους φιλολόγους είτε δεν είναι σε θέση να τα διδάξουν είτε, αν και τα ξέρουν, θεωρούν πως δεν πρέπει τα παιδιά να χάνουν χρόνο μαθαίνοντας αρχαία. Για κάποιον λόγο διδάσκονται και μερικά λατινικά, από τα οποία κανείς δεν θυμάται ούτε να κλίνει το rosa την επομένη.
Τα Ελληνόπουλα διδάσκονται και Ιστορία. Η ιστορία της χώρας τους είναι μακραίωνη κι έτσι περνούν αρκετές ώρες της ζωής τους αποστηθίζοντας χρονολογίες και ονόματα από την αρχαία εποχή, το Βυζάντιο και τους νεότερους χρόνους. Κατά παράδοξο τρόπο, την Ιστορία αυτή δεν τη διδάσκουν ιστορικοί. Τη διδάσκουν φιλόλογοι, ενίοτε δε και καθηγητές ξένων γλωσσών, ανάλογα με τις ανάγκες που δημιούργησαν οι προσλήψεις διδακτικού προσωπικού. Επειδή η εμβέλεια των ελληνικών είναι μικρή στον σύγχρονο κόσμο, τα παιδιά μαθαίνουν και ξένες γλώσσες. Έτσι μπορούν άνετα να καταλάβουν φράσεις όπως Me Tarzan you Jane, ακόμη κι αν είναι στα ξένα.
Το συμπέρασμα είναι απλό: το ελληνικό σχολείο παραμένει ένας δυσκίνητος απολιθωμένος οργανισμός χωρίς ουσιαστικό προσανατολισμό, χωρίς παιδεία δηλαδή, ένα υποχρεωτικό πέρασμα που επιτρέπει τη συντήρηση θέσεων εργασίας. Εξάλλου, αυτό είναι το βασικό μέλημα των εκπαιδευτικών και των πολιτικών ηγεσιών που έχουν αναλάβει κατά καιρούς τη διαχείρισή του. Ενώ παραμένει προσηλωμένο στις ανθρωπιστικές σπουδές, δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί στον ρόλο του, γιατί στην πραγματικότητα δεν το ενδιαφέρουν οι ανθρωπιστικές σπουδές. Αρνούμαι να πιστέψω όσους μου λένε ότι μετά από δύο αιώνες δεν μπορεί να βρεθεί ένας σύγχρονος τρόπος διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών και της Ιστορίας.
Όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη οι ανθρωπιστικές σπουδές υποχωρούν, η Ελλάδα θα μπορούσε να μετατρέψει τον αναχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος σε όπλο. Να τις ενισχύσει, να τις εκσυγχρονίσει και, αν μη τι άλλο, αν δεν μπορεί να γίνει ανταγωνιστική στην αστροφυσική ή στους υπολογιστές, ας γίνει ανταγωνιστική σε αυτόν τον τομέα, που πάντα αποτελούσε τον συνεκτικό κρίκο της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Τ. Θεοδωρόπουλος, Η Καθημερινή, 11/04/2015



Α. Να αποδώσετε την περίληψη του κειμένου (100-120 λέξεις).

Β. 1.α) Όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη οι ανθρωπιστικές σπουδές υποχωρούν, η Ελλάδα θα μπορούσε να μετατρέψει τον αναχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος σε όπλο. Να σχολιάσετε την άποψη του συγγραφέα σε μια παράγραφο 60-80 λέξεων.
β) Να εντοπίσετε την κεντρική ιδέα του κειμένου αλλά και την οπτική γωνία του συντάκτη του και να τις σχολιάσετε σε μια παράγραφο 80-100 λέξεων.


2.α) Να επισημάνετε δύο διαρθρωτικές λέξεις με τις οποίες επιτυγχάνεται η συνοχή στην έκτη παράγραφο του κειμένου. Ποια σχέσησυνοχής δηλώνει η κάθε διαρθρωτική λέξη; Να τις αντικαταστήσετε με άλλες που να διατηρούν τη συνοχή του κειμένου.
β)Να γράψετε τους πλαγιότιτλους της τέταρτης, πέμπτης και έκτης παραγράφου του κειμένου.


Γ. 1.α) Να δημιουργήσετε μια περίοδο λόγου με το συνώνυμο καθεμίας από τις παρακάτω λέξεις : ανθρωπιστικές, υποχωρούν, αναχρονισμό, εκσυγχρονίσει, συνεκτικό.
β) Να γράψετε μια παράγραφο 50-60 λέξεων με θέμα τον πολιτισμό, χρησιμοποιώντας με όποια σειρά επιθυμείτε τις ακόλουθες λέξεις : σχολείο, παιδεία, αγαθό, ψυχή, πολιτεία.

2.α) Σε ποιο κειμενικό είδος θα εντάσσατε το κείμενο; Με βάση ποια χαρακτηριστικά του;
β) Να εντοπίσετε δύο παραδείγματα συνυποδηλωτικής χρήσης της γλώσσας στο κείμενο και να εξηγήσετε την επιλογή της. Να εντοπίσετε δύο σημεία χρήσης ειρωνείας.
Το ξεχαρβαλωμένο κουδούνι των Πανελλαδικών
Αυτές τις μέρες που η επικαιρότητα φιλοξενεί καθημερινά άρθρα για τη διαχείριση του άγχους των παιδιών απέναντι στις Πανελλαδικές, κάποιοι εστιάζουν και σε πιο βαριά περιστατικά κρίσης πανικού ή και αυτοκτονιών που συνδέονταν με τις εξετάσεις.
Οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι αδιαμφισβήτητα ένας από τους πρώτους σημαντικούς αγώνες για ένα νέο άνθρωπο. Γιατί όμως αντιμετωπίζονται από την ελληνική οικογένεια σαν ομαδικό σπορ; Γιατί και για ποιον οι μαθητές βιώνουν τόσο άγχος; Γιατί η ελληνική οικογένεια πιέζει τόσο πολύ τα παιδιά της; Η μόνιμη επωδός είναι ότι η ελληνική οικογένεια παραμένει «δεμένη». Και εδώ ανακύπτει το ερώτημα γιατί μια οικογένεια πρέπει να είναι «δεμένη» – και δεμένη πού; Οι μαθητές αγχώνονται. Αλλά σπάνια αγχώνονται για εκείνους. Σχεδόν όλοι τη στιγμή της κρίσης αναφέρονται στους γονείς τους. Μην τυχόν και τους απογοητεύσουν, στην πίεση που υφίστανται από εκείνους, στη δυσκολία να τα βγάλουν πέρα οι γονείς τους οικονομικά έχοντας στηρίξει όλες τους τις ελπίδες στις Πανελλαδικές των παιδιών τους, τα οποία σχεδόν ποτέ δεν αγχώνονται για τον εαυτό τους, για τον κόπο τους ή για τα όνειρά τους.
Είναι σημαντικό ένα παιδί να εκτιμά τον κόπο του γονιού του. Αλλά είναι σημαντικό να σέβεται και τον δικό του. Τι σημαίνει λοιπόν η έννοια δεμένη οικογένεια; Δεμένη οικογένεια είναι η οικογένεια που επιβάλλει προς τους μικρότερους έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής αναγκάζοντάς τους να υποστούν το άγχος της υλοποίησης αυτού του τρόπου, ακόμη και εάν οι ίδιοι δεν το πιστεύουν. Είναι γεγονός ότι οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι μια σημαντική δοκιμασία που απαιτεί εντατικό διάβασμα, συνέπεια και επαγρύπνηση, στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση πολλές φορές με το ατακτοποίητο της εφηβείας. Από την άλλη, είναι μία από τις πολλές μάχες που πρέπει –εφόσον το επιθυμεί κάποιος– να εκτεθεί ο μαθητής. Να δει τις αντοχές του, τις δυνάμεις του, να συγκριθεί με τον εαυτό του και καμιά φορά να ξεπεράσει τα όριά του. (Για ευνόητους λόγους δεν εξετάζεται σε τούτο το άρθρο εάν είναι οι καλύτερες δυνατές εξετάσεις και εάν αποτιμούν ορθά τον εξεταζόμενο). Και αυτό παρότι θα έρθει η πρώτη διάψευση, όταν οι πτυχιούχοι δεν θα βρίσκουν δουλειά αντίστοιχη του πτυχίου τους. Από την άλλη, δεν είναι όλα τα παιδιά προορισμένα για ανώτατες σπουδές. Οι διαφορετικοί δείκτες ευφυΐας το αποδεικνύουν, αλλά και οι προσωπικές επιθυμίες του κάθε παιδιού, που συχνά μας διαφεύγουν. Τι συμβαίνει όμως όταν ο γονιός βάζει τα χρήματά του μόνο για να γίνει το παιδί του π.χ., δικηγόρος; Πώς θα αντέξει ένα παιδί να χάσει την παροχή και να διαψεύσει τις προσδοκίες;
Επίσης, οι γονείς πρέπει να ζουν τη ζωή που αντέχουν και να μεγαλώνουν παιδιά «λυτά». Το ελληνικό φαινόμενο του «παίρνω τρία δάνεια για να δώσει το παιδί μου Πανελλαδικές ή να πάει στο καλύτερο ιδιωτικό σχολείο» δημιουργεί τεράστια πίεση και στρεβλώσεις στον νου και στην ψυχή των συμμετεχόντων αυτής της κίνησης. Οι γονείς ζουν σαν να παίζουν την τελευταία τους ζαριά υπό το άγχος του δημίου και τα παιδιά γίνονται τα πιόνια σε μια παρτίδα που συχνά δεν θέλουν ποτέ να συμμετέχουν.
Η μεγαλύτερη διάψευση όλων έρχεται με την υποκρισία ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας που ρίχνει τη γνώση στον κάλαθο των αχρήστων. Με χαμηλά ποσοστά φιλαναγνωσίας, με ελλιπείς ή και ανύπαρκτες βιβλιοθήκες στα σπίτια –στη χώρα την ίδια– με φαντασιώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την πραγματικότητα, με μια συνενοχή κυβερνώντων, ακαδημαϊκών, γονιών, ψηφοφόρων, οι Πανελλαδικές είναι το ξεκάρφωμα ενός ξεχαρβαλωμένου συστήματος. Και το άγχος δεν εκπορεύεται από την αδυναμία του 17χρονου να παλέψει με τον όγκο της ύλης, αλλά από την αδικία που απεργάζεται μια ολόκληρη κοινωνία στην πλειονότητά της, η οποία χλευάζει εντέχνως και συστηματικώς, ακόμα και τούτη την ώρα, την προσπάθεια τόσων παιδιών. Τα οποία θα έρθουν πολύ σύντομα αντιμέτωπα με απεργίες, αποχές και καταλήψεις, πολιτικές οργανώσεις, πελατειακό σύστημα, μισθολογική υποβάθμιση του πτυχίου και όλα αυτά τη στιγμή που θα έχουν χάσει το τρένο προκειμένου να συγκροτήσουν μια καθαρή εσωτερική φωνή. Μια φωνή ατομική που ορίζει τις επιθυμίες του καθενός, τις δικές μας δυνατότητες και τον αγώνα που θέλει ο καθένας ξεχωριστά να δώσει για τη ζωή του. Τη φωνή που κάνει λόγο για αυτοπραγμάτωση. Ακόμη και αν το κουδούνι χτυπάει για να αρχίσουν οι Πανελλαδικές.
Μαριαλένα Σπυροπούλου, Η Καθημερινή, 30/05/2015








Έντυπη

Ο Γολγοθάς των μαθητών








ΚΕΙΜΕΝΟ Α
O Εμφύλιος δεν είναι στα SOS
Συζητούσα με έναν φοιτητή Μαθηματικών, αριστούχο απόφοιτο καλού ιδιωτικού σχολείου, με διακρίσεις σε μαθηματικούς διαγωνισμούς. Από την τρέχουσα πολιτική ζωή ξεκινήσαμε, στις απαρχές του φιλελευθερισμού και τον Διαφωτισμό φτάσαμε. Καθώς είχαμε πια μπει στο πεδίο της Ιστορίας, αντιλήφθηκα ότι ο αριστούχος είχε πέσει σε τρικυμία: τοποθετούσε τον Διαφωτισμό περίπου μαζί με την Αναγέννηση, λίγο μετά τον Μεσαίωνα, και σε διερευνητικές ερωτήσεις αποκαλυπτόταν διαρκώς ότι η γνώση του των αδρών ιστορικών περιόδων ήταν συγκεχυμένη, γεμάτη ανακολουθίες και πρωθύστερα. Οι περίοδοι ήταν απλώς ονόματα σκόρπια μες στον χρόνο, μάλιστα ονόματα κενά, χωρίς περιεχόμενο, χαρακτηριστικά, φυσιογνωμία. Ελαφρώς σοκαρισμένος, ο φοιτητής ομολόγησε ότι Νεότερη Ιστορία είχε διδαχθεί δυο-τρεις φορές στον σχολικό του βίο, και «τότε» τα ήξερε, έπαιρνε 18άρια και 19άρια, αλλά τώρα τα μπερδεύει. Καλά, Γεωγραφία δεν έμαθα ποτέ, αλλά Ιστορία νόμιζα ότι ξέρω, ψέλλισε εξομολογητικά. Τον παρηγόρησα λέγοντάς του, ότι η άγνοιά του δείχνει μάλλον την αποτυχία του σχολείου. Δεν του αρκούσε· ζήτησε κανένα καλό βιβλίο Ιστορίας. Δεν δεχόταν ότι το σχολείο του απέτυχε.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, με δική του πρωτοβουλία ξεκίνησε η δεύτερη φάση της ανοιχτής μας συζήτησης. Αφορμή, ο Εμφύλιος και η ταινία του Π. Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά», την οποία του είχα συστήσει «χαλαρά» να την δει. Αποφασίσαμε με την παρέα να πάμε να δούμε την ταινία, άρχισε να λέει. Πώς κι έτσι; Να, προχθές είχαμε μαζευτεί μια παρέα, παλιοί συμμαθητές, και μιλούσαμε για ταινίες. Ηρθε η κουβέντα και στην «Ψυχή βαθιά». Ενα παιδί, της Νομικής, είπε ότι ο Εμφύλιος είναι μια πολύ παλιά υπόθεση, προπολεμική. Μάς είπε ότι ήταν επί Βενιζέλου, τον μπέρδευε με τον Διχασμό... Δεν ήξερε ότι είχε τόσο πολλούς νεκρούς και ότι κράτησε μέχρι το ’49. Καταλαβαίνεις τώρα, ο φίλος της Νομικής είναι άσος στην Ιστορία, 19.200 μόρια στις πανελλήνιες, 19,8 Ιστορία, δεν λέω για τους άλλους των Καλών Τεχνών, του Πολυτεχνείου και των Οικονομικών.
Και δεν ήξερε πότε έγινε ο Εμφύλιος; Ε, δεν το ήξερε, μας είπε ότι δεν το διάβασε ποτέ, ο Εμφύλιος δεν είναι στα θέματα SOS, δεν μπαίνει ποτέ στις εξετάσεις...
Αναχώνευα όσα μου διηγήθηκε ο νεαρός μαθηματικός περί Ιστορίας και μέσης εκπαίδευσης. Έμεινα περισσότερο στην κοινότοπη διαπίστωση περί αποτυχίας του σχολείου, ότι αυτό το τυπολατρικό σχολείο, ο διάδρομος για τα ΑΕΙ, έχει καταντήσει να παράγει ημιμαθείς και αγράμματους, να στραβώνει ακόμη και τα πιο προικισμένα παιδιά. Μήπως είμαι υπερβολικός;
Θυμήθηκα όσα μου λένε κατά καιρούς φίλοι εκπαιδευτικοί, λαμπροί επιστήμονες και έμπειροι δάσκαλοι. Η Δ., χημικός με μάστερ επιστημολογίας, περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τα σχολικά εγχειρίδια: Τα περισσότερα είναι για πολτοποίηση, γραμμένα στο πόδι, ή από ανθρώπους που δεν έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε σχολική αίθουσα, απευθύνονται σε 13χρονα, ενδεχομένως αλλοδαπά με ελλιπή γνώση ελληνικών, και τους μιλάνε σαν να είναι φοιτητές πανεπιστημίου... Η Δ. περιφρονεί το αναλυτικό πρόγραμμα και εφαρμόζει το δικό της: Πέντε πράγματα, να τους μείνουν, μήπως και μάθουν να σκέφτονται...
Πέντε πράγματα... Ναι, αυτά που δεν κατορθώνουν να διδάξουν σε έξι χρόνια τα καλά ιδιωτικά σχολεία, πότε πέφτει η Αναγέννηση, πότε ο Διαφωτισμός, και γιατί φυλακίστηκε ο Κολοκοτρώνης, πώς διαβάζεται ο χάρτης, πού βρίσκεται η Βιρμανία και πού τα Γιαννιτσά.
………………………………………………………………………………………….
Η Δ., οι υπόλοιποι φίλοι εκπαιδευτικοί, άνθρωποι βαθιά καλλιεργημένοι, αφοσιωμένοι στα γράμματα και την επιστήμη, λόγιοι, με κοινωνική συνείδηση του ρόλου τους, δάσκαλοι εξ επιλογής, είναι όλο και πιο σκεπτικιστές καθώς περνούν τα χρόνια. Μιλούν με πόνο για το σχολείο, και περιγράφουν μια ιστορική καταστροφή: για μία και δύο γενιές παιδιών ημιμαθών, χωρίς εγκύκλια παιδεία, χωρίς στοιχειώδη εγγραμματοσύνη.
Σκεφτόμουν: Η Δ., και οι υπόλοιποι. είναι στα σαράντα ή τα πενήντα. Μήπως γκρινιάζουν, μήπως είναι υπερβολικά απαιτητικοί, υπερβολικά απαισιόδοξοι; Οχι, τους ξέρω χρόνια πολλά, είναι άνθρωποι φύσει αισιόδοξοι, δοτικοί, διεισδυτικοί, επιεικείς, ουσιαστικά κοινωνικοί και μοντέρνοι. Άλλωστε, η διερώτηση και η αμφισβήτηση φωλιάζουν πια στους φρεσκοαπόφοιτους των λυκείων, αυτοί ανακαλύπτουν ότι έξι χρόνια αποστήθιζαν μόνο εξεταστέα ύλη. Και τώρα ανακαλύπτουν εμβρόντητοι ότι η γνώση δεν ήταν ποτέ στα SOS
απόσπασμα από άρθρο του Νίκου. Ξυδάκη από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΚΕΙΜΕΝΟ Β


Ο Γολγοθάς των μαθητών

Αγχος, πλήξη, κούραση μέσα στο σχολείο ή με απλά λόγια: «η ζωή είναι αλλού...»
Στο φόντο όλων αυτών βρίσκεται ο Γολγοθάς των Ελλήνων μαθητών που δεν βρίσκουν ούτε ένα ίχνος χαράς και δημιουργικότητας μέσα στο ελληνικό σχολείο. Αγχος, πλήξη και κούραση συνθέτουν το τρίπτυχο της σύγχρονης αμάθειας αφού η γνώση λειτουργεί συσσωρευτικά σαν ένας καθημερινός καταναγκασμός που οδηγεί στην απομάκρυνση από το ιδεώδες και την αποστολή της εκπαιδευτικής πράξης. Σε ένα τέτοιο σχολικό περιβάλλον η φοίτηση μετατρέπεται σε υποχρεωτική αγγαρεία, σε αδιάφορη προσέλευση, σε ιδιότυπη ανία, αφού η αληθινή ζωή φαντάζει πέρα και έξω από τις αίθουσες, μακριά από τα βιβλία και τους διδάσκοντες. Την ίδια στιγμή οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι απορούν γιατί εισέρχονται ολοένα και περισσότεροι φοιτητές με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Δυστυχώς το πρόβλημα δεν έγκειται μόνο στο επίπεδο των γνώσεων που κατέχουν οι μαθητές, αλλά επεκτείνεται και σε επίπεδο αξιών και δεξιοτήτων. Η αξιακή σύγχυση των μαθητών μας εδράζεται στην έλλειψη σταθερών σημείων αναφοράς σε επίπεδο συμβόλων, προτύπων και κοινωνικών αναπαραστάσεων. Η ανεργία, τα οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα, η «τηλεοπτική δημοκρατία», η προβολή του life style ως εναλλακτική διέξοδος ζωής και ατομικής δράσης συνθέτουν την αυτο-εικόνα μιας κοινωνίας που διαρκώς φθίνει, προβάλλοντας αποκλειστικά το «ιδιωτικό όραμα» ως βιώσιμη και ρεαλιστική διέξοδο από την κρίση. Επιπλέον, το ελληνικό σχολείο επιμένει στη στείρα συσσώρευση γνώσης και δεν δίνει έμφαση στις κοινωνικές δεξιότητες των μαθητών. Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς αν μέσα στο σχολείο τα παιδιά μας «μαθαίνουν να συνεργάζονται», «μαθαίνουν να μοιράζονται», «μαθαίνουν να συναισθάνονται», «μαθαίνουν να δημιουργούν», «μαθαίνουν να ακούνε και να επεξεργάζονται τις διαφορές», «μαθαίνουν να συνθέτουν μέσω της διαλεκτικής», «μαθαίνουν να συμμετέχουν», ή εν τέλει «μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν»; Αν για παράδειγμα ορίζαμε τις δεξιότητες αυτές ως «προαπαιτούμενα ποιότητας» μέσα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα θα καταλαβαίναμε την αναποτελεσματικότητά μας να δώσουμε στέρεα και δυναμικά εργαλεία ζωής στους τωρινούς μαθητές και αυριανούς πολίτες.
(απόσπασμα από άρθρο του Ν. Φωτόπουλου κοινωνιολόγου και ερευνητή σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής )


ΘΕΜΑΤΑ
Α ΟΜΑΔΑ

Α.1. Ποια είναι τα κυριότερα επιχειρήματα του αρθρογράφου στο ΚΕΙΜΕΝΟ Α για την «αποτυχία του σχολείου»; Να τα αποδώσετε συνοπτικά με δικά σας λόγια
μονάδες 10
Α.2. Μπορείτε να βρείτε επιχειρήματα από το ΚΕΙΜΕΝΟ Β που συμπληρώνουν την επιχειρηματολογία του προηγούμενου; Να τα αποδώσετε με δικά σας λόγια
μονάδες 10
Β. ΟΜΑΔΑ

Β.1. Στη 2η και 3η παραγράφους («Λίγες εβδομάδες αργότερα…» έως  «….δεν μπαίνει ποτέ στις εξετάσεις.» λανθάνει ένας διάλογος. Να εντοπίσετε τα δύο πρόσωπα που συνομιλούν και να ξαναγράψετε το απόσπασμα με την τυπική μορφή του διαλόγου. Εννοείται ότι θα επιχειρήσετε φραστικές προσαρμογές.
μονάδες 10

Β.2. Στην αρχή του ΚΕΙΜΕΝΟΥ Β υπάρχει ένας πίνακας. Να τον αποδώσετε με λόγια.
μονάδες 5

Β.3. Τα δύο κείμενα (Α και Β) χρησιμοποιούν ένα διαφορετικό ύφος διότι καθορίζονται από διαφορετική επικοινωνιακή περίσταση.
α) να εντοπίσετε τη διαφορά (λεξιλόγιο, αναφορική ή ποιητική λειτουργία κλπ)
β) να την αιτιολογήσετε
μονάδες 5

Γ. ΟΜΑΔΑ

Γ. Καθώς είστε μαθητές και ζείτε πολλά από όσα επισημαίνουν τα κείμενα Α και Β αποφασίζετε να γράψετε μία επιστολή, 400 περίπου λέξεων, στο Ν. Ξυδάκη στην οποία παρουσιάζετε τη γνώμη σας για το σχολείο σας, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του 3μηνου που βρίσκεστε στο Λύκειο.





Οι διαφημίσεις

του Παντελη Μπουκαλα

Υποθεσεις



Οι διαφημίσεις, έντυπες, ηλεκτρονικές και διαδικτυακές, έχουν πάντοτε κάτι να μας πουν και για το πώς ζούμε και για το πώς θα θέλαμε να ζούμε και για το πώς καλλιεργούνται οι μαζικές αυταπάτες και χτίζεται ένας κόσμος επικίνδυνα πλαστός. Είτε σε περιόδους μιας ψευδούς και ψευδαισθησιογόνου ευμάρειας τυχαίνει να βρισκόμαστε είτε σε καιρούς σαν τους τωρινούς, οπότε μετράμε τα χρειαζούμενα και τα χρωστούμενα και τελειωμό δεν έχουν, ο τρόπος που σκηνοθετούνται και εικονογραφούνται οι «ανάγκες» και οι «επιθυμίες» μας, ο τρόπος με τον οποίο υποτίθεται ότι αναπαριστάνονται στη φυσικότητά τους, ενώ κατ' ουσίαν κατασκευάζονται και εμφυτεύονται στο μυαλό μας με τη μέθοδο της μαζικής υποβολής, είναι δηλωτικός της ευκολίας με την οποία το απολύτως περιττό μπορεί να πλασαριστεί και κυρίως να εισπραχθεί σαν απολύτως αναγκαίο, το ανούσιο να παρασταθεί σαν ουσιώδες και το αδιάφορο σαν απαραίτητο και σαν ηδονικό. Είναι δηλωτικός λοιπόν της πνευματικής μας κάμψης.
Ορισμένοι φανατικοί της συνωμοσιολογίας επιμένουν ότι η ανθρώπινη συνείδηση επηρεάζεται παγκοσμίως με ψεκασμούς: κάποιοι κακοί φορτώνουν τα αεροπλάνα τους με μυστηριώδη ψυχοτρόπα και τα στέλνουν να μας λούσουν από ψηλά. Αλλοι διατείνονται ότι ο μαζικός συνειδησιακός επηρεασμός επιτυγχάνεται με τα καλώδια της ΔΕΗ, αλλά αυτό ας μην το πολυσυζητάμε, γιατί στο τέλος θα μας επιβαρύνουν το λογαριασμό της ΔΕΗ και με κάνα άλλο... τέλος, ας πούμε με «φόρο ψυχικής καλλιέργειας». Και υπάρχουν κι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι με το κόλπο των εικόνων που προβάλλονται στην οθόνη με ταχύτητα που δεν την προλαβαίνει το μάτι, τα εν τω βάθει αφανή μηνύματα καταγράφονται στο υποσυνείδητό μας, άρα στην ουσία δρούμε σαν ανδρείκελα. Αλλά τίποτε από όλα αυτά τα σατανικά δεν χρειάζεται για να πετύχει μια διαφημιστική καμπάνια. Αρκεί η επανάληψη κι ο βομβαρδισμός, αρκεί δηλαδή να δουλεύει ακατάπαυστα το πλυντήριο· αδύναμα ή ενδοτικά μυαλά πάντοτε βρίσκονται.
Χρόνια τώρα, κανένα εμπόρευμα, ακόμα και το ευτελέστερο, δεν εισάγεται στην αγορά σαν σκέτο εμπόρευμα. Ολα τους, λες και έχουν ενσωματωμένη μια πολιτισμική υπεραξία, εμφανίζονται σαν σύμβολα κύρους και σαν τεκμήρια κοινωνικού γοήτρου, αλλά και σαν αποτελεσματικοί διάκονοι των ερωτικών μας πόθων, αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμα κι ένα αθώο γιαούρτι παρουσιάζεται σαν ικανότατος προαγωγός της λιβιδώς μας. Ολα τα εμπορεύματα εισάγονται στην αγορά, δηλαδή στο φαντασιακό μας, σαν μπιχλιμπίδια που η κατοχή τους επιβεβαιώνει την υπεροχή μας, την ένταξή μας στην ελίτ. Χρήσιμο, ας πούμε, το κινητό, δεν ήταν όμως η χρησιμότητά του αυτή που το κατέστησε εξάρτημα απαραίτητο της σκευής μας, αλλά η πεποίθηση που χαράχτηκε σιγά σιγά στο νου μας ότι αν δεν το έχουμε, δεν είμαστε - δεν είμαστε μοντέρνοι, τεχνογνώστες, κοινωνικοί, δεν είμαστε τίποτα. Κι ήρθε ο καιρός και το εξάρτημα αυτό προκάλεσε, τι φυσικότερο, την εξάρτησή μας στα όρια του ψυχαναγκασμού, ιδίως αφότου τα παιχνίδια των νέων μοντέλων μάς δίνουν τη δυνατότητα να σκύψουμε πάνω στην οθονίτσα σου, με την οποία εξισώνουμε τον κόσμο, και να παίζουμε μανιωδώς, αδιάφοροι για όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Αν κόψουμε στη μέση τον πρόσφατο κοινωνικό μας χρόνο, με τέμνον όργανο ένα Κ, το κάπα της Κρίσης, διαπιστώνουμε ότι τα μετά την Κρίση διαφημιστικά όπλα και κόλπα δεν διαφέρουν σημαντικά από όσα χρησιμοποιούνταν κατά κόρον προ Κρίσεως, τότε που όλα φαίνονταν κεκτημένα ή «βατά», για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία των πανελλαδικών. Η αλήθεια είναι ότι, εναρμονιζόμενες με το όλο κλίμα της λιτότητας, οι διαφημίσεις μειώθηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν και τα έσοδα των Μέσων και, κρίκο τον κρίκο σ' αυτήν την αλυσίδα της αλληλεξάρτησης, να μειωθούν και οι απολαβές των δημοσιογράφων (εξαιρουμένων όσων συνάπτουν συμβόλαιο απευθείας με το αφεντικό, αφεντικά οι ίδιοι) αλλά και να βρεθούν στην ανεργία πολλοί εξ αυτών, απολυμένοι ή «εθελουσίως» αποχωρήσαντες. Ενα σαφές δείγμα για το πόσο λιγόστεψαν οι δημοσιογράφοι των «πολυτελών» ειδικοτήτων είναι τα απίστευτα λάθη που στολίζουν κάθε μέρα τα τιτλάκια στα δελτία των ειδήσεων, σε όλα τα κανάλια. Προφανώς οι διορθωτές κρίθηκαν περιττοί, κι έτσι οι «επιζΟντες» στήνουν χορό με τους «αρμΩδιους» και όλοι μαζί χαριεντίζονται με την «τρΩικα», αν και, εδώ που τα λέμε, αυτό το τελευταίο μοιάζει ορθό, αν υπακούσουμε στους ορισμούς της παρετυμολόγησης.
Επειτα λοιπόν από μια μικρή σχετικά περίοδο αναμονής και προσαρμογής, στη διάρκεια της οποίας υποθέτω ότι θα έγιναν πολλά συμβούλια σοφών κεφαλών, ο κόσμος της διαφήμισης ξαναβρήκε τον ντόρο του και επανήλθε στις δεδομένες αξίες και σταθερές του. Ενας μικρός αναπροσανατολισμός υπήρξε βέβαια, περιορίστηκε όμως στις διαφημίσεις των καταστημάτων (κυρίως όσων εμπορεύονται τρόφιμα), που υπόσχονται μικρότερες τιμές, αντίστοιχες υποτίθεται στις νέες κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή στη νέα πραγματικότητα του βαλαντίου μας. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: Πόσο αντίστοιχες είναι οι τιμές των διαφόρων «αγαθών» στην πραγματική τους αξία συν ένα εύλογο κέρδος; Αν, ας πούμε, διαφημίζεται η μείωση της τιμής του φρέντο καπουτσίνο από τα τέσσερα ευρώ στα τρία, δεν χρειάζεται μπόλικη «πολιτική βούληση» και αυτοπειθαρχία για να μην καγχάσει κανείς με μια τόσο γενναία προσφορά;
Κινητά, αυτοκίνητα και τραπεζικά δάνεια διαφημίζονταν πρωτίστως π.Κ, προ Κρίσεως δηλαδή, κινητά, αυτοκίνητα και τραπεζικά δάνεια διαφημίζονται πρωτίστως και μ.Κ. - μάλιστα, κάποιες γενναιόδωρες τράπεζες μας δίνουν δάνεια για να ξεπληρώσουμε τα δάνειά μας σε άλλα ευαγή τραπεζικά ιδρύματα. Σαν να μην άλλαξε τίποτα. Σαν να μη μεταβλήθηκε ο ρυθμός του κόσμου, να μην κλονίστηκαν τα οικονομικά μας, να μην πληγώθηκε το ηθικό μας, να μην αναγκαστήκαμε να ξαναδούμε τις προτεραιότητές μας, να ξανασχεδιάσουμε την καθημερινότητά μας, κόβοντας, κόβοντας και πάλι κόβοντας όλοι εμείς οι άνωθεν και έξωθεν πετσοκομμένοι. «Δωρεάν» και «απεριόριστα», αυτές ήταν κι αυτές παραμένουν οι δύο μαγικές λεξούλες των διαφημιστικών εκστρατειών. Αλλά τι το απεριόριστο μπορεί να υπάρξει σε έναν κόσμο τόσο ζορισμένο και στενεμένο; Και πού το «δωρεάν», όταν ακόμα και η δωρεάν Παιδεία, η δωρεάν Υγεία και όλα τα λοιπά του πάλαι ποτέ κοινωνικού κράτους δεν είναι παρά ερείπια;
Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί και το εξής: Πάντοτε έτοιμη η αγορά και πάντοτε ευκίνητος ο διαφημιστικός βραχίονάς της, φροντίζουν τώρα για την καλή μας υγεία, αφού κατανοούν ότι η πανεθνική κατάθλιψη δεν είναι αστεϊσμός. Και δεν διαφημίζονται μόνο πιεσόμετρα, μια και η πίεση και οι σφυγμοί μας ανεβοκατεβαίνουν επικίνδυνα από το ένα πακέτο μέτρων στο άλλο. Διαφημίζονται και αγχολυτικά από κυρίους και κυρίες ντυμένους στα λευκά, να μοιάζουν επιστήμονες. Σωστά. Εκτός από τη δόση μας την τροϊκανική, χρειαζόμαστε και τη δόση μας την αντικαταθλιπτική.

Έντυπη

Τα παιχνίδια του πολιτικού λόγου

Τα παιχνίδια τού πολιτικού λόγου

Ποιους ενοχλεί η αλήθεια
Ερώτημα: Αν δώσουμε σ' έναν υποψιασμένο Ελληνα πολίτη να διαβάσει δύο προεκλογικά πολιτικά κείμενα, ένα γραμμένο από πολιτικό που ανήκει στο κυβερνών κόμμα κι ένα κείμενο πολιτικού τής αξιωματικής αντιπολίτευσης, θα καταλάβει ο αναγνώστης ποιο κείμενο είναι από πολιτικό τού ΠαΣοΚ και ποιο από πολιτικό τής Νέας Δημοκρατίας; Η απάντηση (που βγαίνει από μια πολύ περιορισμένη δειγματοληπτική έρευνα) είναι θετική: η ρητορική τού πολιτικού λόγου των δύο κομμάτων, όπως εμφανίζεται στην προεκλογική περίοδο, είναι αναγνωρίσιμη και ταυτίσιμη. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν ορισμένες στάσεις στα θέματα που απασχολούν τον πολίτη, ορισμένες συνθηματοποιημένες πάγιες φράσεις, ορισμένες λέξεις-κλειδιά και ένα γενικότερο ύφος εκφράσεως, μια ρητορική των εκατέρωθεν πολιτικών κειμένων που αποκαλύπτουν την πολιτική ταυτότητα τού συντάκτη τους, πράγμα που αναμένεται από τη θεωρία τής γλωσσικής επικοινωνίας και την πρακτική τής λειτουργίας τού πολιτικού λόγου. Μέσα στη ρητορική τού πολιτικού λόγου, κι όταν ακόμη υπάρχει σύμπτωση των πολιτικών επιλογών, για προφανείς λόγους εμφανίζεται από τους μεν ως μη υπάρχουσα και από τους δε ως οικειοποίηση δικών τους θέσεων, προγραμμάτων και προτάσεων. Στελέχη τής Ν. Δημοκρατίας δεν παραλείπουν στον πολιτικό τους λόγο να επαναλαμβάνουν ότι το ΠΑΣΟΚ εφαρμόζει τις δικές τους αρχές και θέσεις, ενώ στελέχη τού ΠΑΣΟΚ τονίζουν ότι τα δικά τους προγράμματα, τις δικές τους προτάσεις σε διάφορα θέματα οικειοποιείται το κόμμα τής αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Πειθώ και συνθήματα
Πώς λειτουργεί όμως η ρητορική τού πολιτικού λόγου; Ο πολιτικός, ως δημιουργός προφορικού ή γραπτού κειμένου, απευθύνεται στον πολίτη-ακροατή ή τον πολίτη-αναγνώστη, χρησιμοποιώντας διαφορετικές τακτικές ανάλογα με το αν είναι ομοϊδεάτες, αντιφρονούντες ή ουδέτεροι/αναποφάσιστοι. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι πώς λειτουργεί ο αποδέκτης τού πολιτικού λόγου, δηλ. ο πολίτης-ψηφοφόρος, πράγμα που είναι η βάση και το καθοριστικό πρόβλημα κάθε Πολιτείας και, κατ' επέκταση, κάθε κοινωνίας. Αν μια Πολιτεία, μέσα από την Εκπαίδευση, μέσα από τους θεσμούς (Διοίκηση), μέσα από τις κοινωνικές της δομές και λειτουργίες (όπως είναι λ.χ. τα Μέσα Ενημέρωσης) δεν έχει δημιουργήσει υπεύθυνους, κριτικά σκεπτόμενους, ευαίσθητους και συνειδητοποιημένους πολίτες, τότε ο πολιτικός λόγος μετατρέπεται σε επικοινωνία τού πολιτικού με οπαδούς και αντιπάλους, δηλ. με προαποφασισμένους έως φανατικούς και με πολιτικά εγκλωβισμένους ψηφοφόρους, για τους οποίους συχνά το στενό προσωπικό συμφέρον (η απόκτηση δύναμης επιρροής, ο διορισμός ενός συγγενικού προσώπου σε μια δημόσια θέση κ.τ.ό.) γίνεται κύριο κριτήριο για το τι θα ψηφίσει στις εκλογές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες μετακινήσεις ψηφοφόρων και τα υψηλά ποσοστά αναποφάσιστων στις εκλογές βρίσκονται κυρίως σε περιοχές (μεγάλα αστικά κέντρα), όπου, κατά κανόνα, υπάρχουν περισσότερο πολιτικά προβληματισμένοι και ευαισθητοποιημένοι πολίτες, με κριτική στάση απέναντι στη ρητορική τού πολιτικού λόγου.
Ο πολιτικός λόγος, περισσότερο από άλλες μορφές γλωσσικής επικοινωνίας, αποσκοπεί στο να οδηγήσει σε πράξη: στο να ψηφίσει ο πολίτης αυτό ή εκείνο το κόμμα που θα κυβερνήσει τη χώρα ή θα αποτελεί τη φωνή του στο Κοινοβούλιο. Οι στρατηγικές που έχει στη διάθεσή του είναι κυρίως δύο: η λογική επικοινωνιακή προσέγγιση και η βιωματική (συγκινησιακή). Η πρώτη είναι η δύσκολη στρατηγική τής πειθούς, η δεύτερη είναι η ευκολότερη στρατηγική τού συνθήματος. Ιδανική για τον πολιτικό λόγο είναι η στρατηγική τής πειθούς, συνδυασμένη με περιορισμένης εκτάσεως συγκινησιακές απηχήσεις. Ο πολιτικός λόγος τής πειθούς είναι αποδεικτικός λόγος. Στηρίζεται στο επιχείρημα, στην απόδειξη τής αλληλουχίας πράξεων και υποσχέσεων που συνιστά την αξιοπιστία τού πολιτικού λόγου, σε μελετημένο σχεδιασμό με συγκεκριμένα προγράμματα, σε καθαρό περίγραμμα αρχών και θέσεων, σε δημιουργικές και αποτελεσματικές προτάσεις που μπορούν να επιλύσουν σημαντικά και υπαρκτά προβλήματα τού πολίτη καθώς και σε οράματα που μπορούν να εμπνεύσουν τον πολίτη. Από την άλλη μεριά, ο πολιτικός λόγος τού συνθήματος ενεργοποιεί και εκμεταλλεύεται τα συναισθήματα τού πολίτη: φόβους, άγχος, αγανάκτηση, μίσος, φανατισμό, συμπάθεια, χαρά, ευφορία, ενθουσιασμό, συναισθήματα υπεροχής και δύναμης, συναισθήματα αδικίας, καταπίεσης κ.λπ. Συνθήματα, όπως λ.χ. εκείνο τού ΠΑΣΟΚ για μια πολιτική υποστήριξης των «μη προνομιούχων» ή η επαγγελία τής Ν.Δ. για «καλύτερες μέρες», περνώντας μέσα από τα συναισθήματα τού πολίτη γεννούν έντονες προσδοκίες, πολιτικά αξιοποιήσιμες, δηλ. εξαργυρώσιμες σε ψήφους. Συνήθης τακτική στη ρητορική τού πολιτικού λόγου που απευθύνεται στο συναίσθημα τού ψηφοφόρου είναι η κινδυνολογία: η πρόκληση φόβου από ποικίλους επερχόμενους κινδύνους, τους οποίους καλείται να αποτρέψει ο πολίτης, ψηφίζοντας συγκεκριμένο κόμμα.
Ο κομματικός λόγος
Η ρητορική τού πολιτικού λόγου χρησιμοποιεί αντίθετες τακτικές, ανάλογα αν ανήκει στο κόμμα που κυβερνά ή στα κόμματα τής αντιπολίτευσης. Είναι πλήρως καταξιωτική στον πολιτικό λόγο τού κυβερνώντος κόμματος και εντελώς απαξιωτική στον λόγο τής αντιπολίτευσης. Τα πάντα έχουν καλώς στον κυβερνητικό πολιτικό λόγο (κατά παραχώρησιν μπορεί να γίνεται αόριστα λόγος για κάποιες αδυναμίες ή ελλείψεις ή και αστοχήματα)· τα πάντα βαίνουν κατά κρημνών σύμφωνα με τον πολιτικό λόγο τής αντιπολίτευσης (πάλι κατά παραχώρησιν μπορούν να αναγνωρισθούν κάποια ελάχιστα θετικά βήματα). Ο κυβερνητικός λόγος μιλάει καταξιωτικά για σημαντικό έργο που έχει συντελεστεί· για γνώση των θεμάτων και για πείρα· για επιτυχείς χειρισμούς· για σοβαρότητα και εγκυρότητα στην άσκηση τής πολιτικής· για ανάγκη συνέχισης και ολοκλήρωσης τού κυβερνητικού έργου που βρίσκεται εν εξελίξει κ.λπ. Ο αντιπολιτευτικός πολιτικός λόγος είναι προβλέψιμα απαξιωτικός: ανυπαρξία έργου από το κυβερνών κόμμα· άγνοια των θεμάτων, απειρία, ανικανότητα χειρισμών, έλλειψη σοβαρότητας, κύρος μηδέν, πλήρης αναξιοπιστία κ.λπ. Αυτή η σύγκρουση τής πλήρως καταξιωτικής και τής πλήρως απαξιωτικής ρητορικής κλονίζει τελικά την αξιοπιστία τού πολιτικού λόγου στη συνείδηση των κριτικά σκεπτόμενων πολιτών, ικανοποιεί δε μόνο την ψυχολογία των πολιτών-οπαδών, οι οποίοι αρέσκονται και στο τέλος εθίζονται να ακούν ό,τι συμφωνεί με τις πολιτικές επιλογές τους.
Με τέτοιες δεσμεύσεις και δουλείες των πολιτικών, που οφείλονται και στη σχετικά όψιμη πολιτική παιδεία στον τόπο μας, η οποία δεν έχει ακόμη ξεπεράσει τη νοοτροπία τού ρουσφετιού και διχαστικούς διαχωρισμούς τού τύπου «οι δικοί μας και οι άλλοι», ο πολιτικός λόγος στην Ελλάδα έχει πάρει σε μεγάλο βαθμό τη μορφή τού κομματικού λόγου. Πρόκειται για έναν στρατευμένο πολιτικό λόγο, ο οποίος χρησιμοποιεί μια ρητορική εύκολα προβλέψιμη και, γι' αυτό, χαμηλής πληροφορητικότητας και μικρού ενδιαφέροντος. Ένα αίσθημα κορεσμού, μια δυσαρέσκεια που φθάνει ακόμη και σε απέχθεια προς την πολιτική, προς τους πολιτικούς και προς τον πολιτικό λόγο είναι, νομίζω, εν πολλοίς απόρροια τής συνειδητοποίησης ότι ο πολιτικός δεν αρθρώνει δικό του λόγο, δεν μιλάει αυθόρμητα και ελεύθερα, δεν έχει τη δυνατότητα δημόσιας διαφορετικής γνώμης από εκείνη τού κόμματος και τού αρχηγού του και, επομένως, παράγει έναν προκατασκευασμένο και εξ υπαρχής δεσμευμένο λόγο. Με την έννοια αυτή, η ρητορική ενός κομματικά δεσμευμένου πολιτικού λόγου καταλήγει σε μια μορφή ξύλινης γλώσσας, σ' έναν άκαμπτο, ξηρό, απαρέγκλιτο και υποταγμένο λόγο. Δεν είναι η μορφή τής γλώσσας (λεξιλόγιο, γραμματικοί τύποι, σύνταξη) που κάνει την ξύλινη γλώσσα. Το περιεχόμενο τού πολιτικού λόγου, οι προθέσεις, η συμμόρφωση σε προδιαγεγραμμένα οχήματα και δομές σκέψης είναι που γεννά και το γλωσσικό ύφος το οποίο χαρακτηρίζεται ως ξύλινη γλώσσα. Φυσικά ­ πρέπει κι αυτό να το πούμε ­ υπάρχουν πολιτικοί, άτομα περισσότερο παρά κομματικές παρατάξεις, οι οποίοι προσπαθούν βγαίνοντας και έξω από τα όρια που περιχαρακώνουν τον πολιτικό λόγο να αρθρώσουν έναν προσωπικό πολιτικό λόγο, λιγότερο ή ελάχιστα κομματικό. Είναι οι «αιρετικοί» κάθε κόμματος, που από άλλους θεωρούνται γενναίες μορφές κι από άλλους απείθαρχοι, αντιρρησίες και προβληματικοί. Αργά ή γρήγορα τέτοιοι πολιτικοί βρίσκονται ή εξωθούνται εκτός κόμματος ή, όπως έχει λεχθεί, «θέτουν εαυτούς εκτός...».
Αυτό που παρατηρείται στον πολιτικό μας λόγο και που μειώνει τη σημασία του είναι ένας φαύλος κύκλος: οι πολιτικοί μάς λένε ό,τι θέλουμε να ακούσουμε, γιατί οι ίδιοι οι πολίτες τους αναγκάζουμε να λένε ό,τι θέλουμε να ακούσουμε. Οι πολιτικοί δεν τολμούν να πουν ενοχλητικές αλήθειες ή να πράξουν ­ όταν είναι στην εξουσία ­ ό,τι θα ενοχλήσει τους πολίτες-ψηφοφόρους, έστω κι αν είναι το σωστό. Οι πολίτες δεν αντέχουμε να ακούσουμε δυσάρεστες ή ενοχλητικές αλήθειες. Πρόκειται για το περίφημο πολιτικό κόστος που αποτελεί φραγμό στον πολιτικό μας λόγο και στην πολιτική πράξη γενικότερα. Πόσοι πολίτες θα ακούσουμε ευχάριστα μορφές πολιτικού λόγου που θα υποστηρίξουν αύξηση των φορολογικών μας επιβαρύνσεων (έστω και με δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών) ή αύξηση τού χρόνου εργασίας μας ή πιο αυστηρή παιδεία σε όλα τα επίπεδα τής Εκπαίδευσης ή αποκρατικοποιήσεις ζημιογόνων ΔΕΚΟ ή ό,τι τελοσπάντων θα έθιγε τα ατομικά μας συμφέροντα; Όλα αυτά καταλήγουν σ' ένα ζητούμενο που είναι η επίτευξη μεγαλύτερης ωριμότητας δημιουργών και αποδεκτών τού πολιτικού μας λόγου, ωριμότητα πολιτικών και πολιτών.
Στα λεχθέντα ας προσθέσουμε και τον πολιτικό λόγο που παράγεται από δημοσιογράφους τής ηλεκτρονικής κυρίως αλλά και τής έντυπης δημοσιογραφίας. Δημοσιογράφοι που ασκούν με θάρρος και με γνώση το έργο τους ­ χωρίς τις παρεμβάσεις καναλαρχών ­, με τις ερωτήσεις που θέτουν, κάνουν ώστε να παράγεται ένας πολιτικός λόγος, ο οποίος δείχνει προβληματισμό, μπαίνει στην ουσία των πραγμάτων, εκφράζει με παρρησία αλήθειες συχνά ενοχλητικές, χρησιμοποιεί ή αντικρούει επιχειρήματα, χρησιμοποιεί δηλ. αποδεικτικό λόγο, διατυπώνει ή απαιτεί προτάσεις, επιμένει σε θέματα αρχών, με λίγα λόγια ένας πολιτικός λόγος ποιότητας. Αυτό σημαίνει ότι δεν λείπουν οι πολιτικοί οι οποίοι μπορούν να αρθρώσουν ποιοτικό, δηλ. γνήσιο και δημιουργικό, πολιτικό λόγο, όταν τους δοθούν ανάλογα κίνητρα ή ερεθίσματα. Σήμερα όλο και περισσότεροι πολίτες αυξάνουν τις απαιτήσεις τους από τους πολιτικούς, ξεπερνούν τη συνθηματολογία, την υποσχεσιολογία και τον αμφίσημο ή κενού περιεχομένου πολιτικό λόγο και ζητούν να μάθουν χωρίς περιστροφές τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει για τον τόπο. Μήπως αυτό δείχνει ότι έχει αρχίσει να σπάζει ο φαύλος κύκλος τής ρητορικής τού πολιτικού μας λόγου;



Η γλώσσα που επιλέγουν οι αρχηγοί
Στο πλαίσιο τής ρητορικής τού πολιτικού λόγου μπορούμε να διακρίνουμε διάφορες μορφές ύφους που χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιούνται από τους ηγέτες πολιτικών κομμάτων τής χώρας μας. Τηρουμένων των αναλογιών, θεωρώ ότι ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής και σήμερα ο Κώστας Σημίτης αλλά και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και παλαιότερα ο Κώστας Μητσοτάκης ακολούθησαν στον πολιτικό τους λόγο μια ρητορική διαφορετική από εκείνη τού Ανδρέα Παπανδρέου και τού σημερινού αρχηγού τής Ν. Δημοκρατίας, τού Κώστα Καραμανλή. Οι πρώτοι επέλεξαν τη ρητορική τής πειθούς, με πολιτικό λόγο λιτό, μεστό και συγκρατημένο σε συνθήματα και χαρακτηρισμούς. Οι δεύτεροι στον (αντιπολιτευτικό) πολιτικό λόγο τους χρησιμοποίησαν ή χρησιμοποιούν περισσότερο τον βιωματικό λόγο, λεκτικά πληθωρικό, με έντονο το στοιχείο τής διαμαρτυρίας, τής καταγγελίας και τής αντιπαράθεσης. Στο ύφος τού πολιτικού λόγου των πρώτων θα μπορούσαν να ενταχθούν ­ τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών ­ ο πολύς Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κωστής Στεφανόπουλος (όταν ήταν αρχηγός κόμματος), στη ρητορική τού πολιτικού λόγου τής δεύτερης ομάδας θα εντασσόταν ο Γέρος τής Δημοκρατίας, ο Γεώργιος Παπανδρέου. Σε μια ενδιάμεση μορφή ρητορικής τού πολιτικού λόγου ανήκουν ο Λεωνίδας Κύρκος, έξοχος πολιτικός ρήτορας, και πολιτικοί όπως ο θυμόσοφος Χαρίλαος Φλωράκης, η ασυμβίβαστη Αλέκα Παπαρήγα, ο μαχητικός Δημήτρης Τσοβόλας κ.ά.
Στη ρητορική τού πολιτικού λόγου κύριο ρόλο, επιτελεστικό των επικοινωνιακών προθέσεων των πολιτικών, παίζει η γλώσσα. Ένα πλήθος εννοιών και νοημάτων, γλωσσικά εκφρασμένων, κυκλούται στον πολιτικό λόγο. Άλλοτε με θετικό και άλλοτε με αρνητικό περιεχόμενο, ανάλογα με το ποιος μιλάει για ποιον, γίνεται συχνή αναφορά σε λέξεις τού πολιτικού λεξιλογίου, όπως πρόγραμμα, αρχές, προτάσεις, όραμα, έργα, πολιτική/πολιτικές,πολιτικός λόγος κ.ά. Η ΟΝΕ και η μετα-ΟΝΕ περίοδος, το Χρηματιστήριο, η ελεύθερη αγορά, η οικονομία, τα ΚΠΣ, ο κρατισμός, οι ιδιωτικοποιήσεις και αποκρατικοποιήσεις, τα όρια τής φτώχιας, η ανεργία, οι θέσεις εργασίας, οι παροχές, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι φορολογικές ελαφρύνσεις δίνουν και παίρνουν. Η αξιοκρατία, η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, η περίθαλψη, η υγεία και η κοινωνική ασφάλεια, ο δικομματισμός, η πόλωση, τα διαπλεκόμενα, η σύγκλιση, η συναίνεση, η σύγκρουση, η αξιοπιστία και η αναξιοπιστία, ο εκσυγχρονισμός, οι δημοσκοπήσεις, η εκλογολογία, η αλαζονεία τής εξουσίας, το ανθρώπινο πρόσωπο, τα ίδια πρόσωπα, πρώτα ο άνθρωπος, πρώτα ο πολίτης, ο δογματισμός, ο λαϊκισμός, η ήρεμη πολιτική δύναμη είναι λέξεις που συνθέτουν το πολιτικό μας λεξιλόγιο. Ακόμη και λεκτικές ανακατατάξεις και επινοήσεις επιχειρούνται που θυμίζουν παλαιότερους «κρυπτικούς νεολογισμούς», όπως ο ετεροχρονισμός, η αναδόμηση κ.τ.ό. Ετσι, πρόσφατα, η προσπάθεια διαχωρισμού των ορίων από τον φιλελευθερισμό (τού Κ. Μητσοτάκη) και τον συντηρητικό λαϊκισμό (τού Μιλτ. Εβερτ) αφ' ενός και η παράλληλη επιδίωξη προσπορισμού τού Κέντρου και κάποιων ψηφοφόρων του αλλά όχι και τού πολιτικά φορτισμένου αυτού ονόματος οδήγησε τη Ν. Δημοκρατία στον νεολογισμό τού «μεσαίου χώρου» (ενός πολιτικού χώρου, που σκόπιμα παρακάμπτει παλαιότερους ή τρέχοντες όρους όπως δεξιά,κεντροδεξιά, φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη παράταξη, συντηρητική παράταξη κ.λπ.).

Γ. Μπαμπινιώτης, Το Βήμα, 2/4/2000